|
ΣΤΟ κεφάλαιο αυτό θα
προσπαθήσω να περιγράψω ορισμένα ήθη και έθιμα του χωριού, έτσι όπως μου τα
είπαν οι γεροντότεροι. Πρόκειται σίγουρα για ένα δύσκολο κεφάλαιο το οποίο θα
μπορούσε να το αναπτύξη καλύτερα ένας λαογράφος. Και νομίζω ότι αξίζει τον κόπο
κάποια στιγμή ένας, περισσότερο ειδικός από μένα, να καταγράψει με λεπτομέρειες
τα έθιμα του χωριού. Να είναι σίγουρος πως θα προσφέρει πάρα πολλά στην νέα
γενιά.
Επειδή δεν είμαι ειδικός σε μια Ελλάδα της
παντογνωσίας διευκρινίζω απο την αρχή, ότι οι αναφορές μου στα έθιμα θα είναι
γενικές, έτσι για να θυμηθούμε κάποια πράγματα, αλλά και για να προκαλέσω
κάποιους περισσότερους ειδικούς να ασχοληθούν με το αντικείμενο
ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
Το Πανηγύρι του χωριού γινόταν μέχρι το 1984 στις 21
Μαίου, εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στούς οποίους έχει αφιερωθεί η
εκκλησία. Είναι οι Άγιοι προστάτες του Λιθίνου.
Γιατί επιλέγησαν οι συγκεκριμένοι Άγιοι και γιατί η
κεντρική εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη σ΄αυτούς, δεν το γνωρίζω. Πιθανώς
αυτή η απόφαση να είναι του ηγούμενου της Μονής Πατέρων στα 1851 όταν
αποφασίστηκε να ανεγερθεί στο κέντρο του οικισμού η εκκλησία. Σημειώνω ότι η
εκκλησία ανεγέρθηκε απο την Μονή Πατέρων στα 1851.
Το πανηγύρι είχε ανέκαθεν ένα μειονέκτημα. Γινόταν
πολύ νωρίς με αποτέλεσμα να μην έχει μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Αυτός ήταν και ο
λόγος που οδήγησε το κοινοτικό συμβούλιο τότε, με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο
Θεμελή, σε συνεργασία με το διοικητικό συμβούλιο της Αδελφότητας, να
καθιερώσουν το πανηγύρι στις 15 Αυγούστου, εορτή του Μοναστηριού. Έκτοτε
γίνεται εκεί και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία.
Ας πάμε όμως και πάλι στο χθές, σε μια εποχή που τα
πανηγύρια των χωριών ήταν ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός. Μια ευκαίρια συνάντησης
των συγγενών που βρισκόταν σε άλλα χωριά, αλλά και γενικά μια ευκαιρία
συνάντησης των ανθρώπων που εργαζόταν ολημερίς για το ψωμί.
Ήταν λοιπόν ένα μεγάλο κοινωνικό γεγονός όχι μόνο
γιατί θα συαντιώτανε οι συγγενείς, αλλά και γιατί θα γνωριζότανε οι νέοι μεταξύ
τους. Δεν είναι λίγες οι γνωριμίες στα πανηγύρια που κατέληξαν σε γάμο. Φυσικά
όταν αναφέρομαι σε γνωριμίες μη φανταστείται τίποτε απο αυτά που σήμερα
ισχύουν. Απλά ο νέος ή η νέα έβλεπε στην μάζωξη αυτή το πρόσωπο για το οποίο
ήδη είχε μιλήσει ο πατέρας στο σπίτι. Είτε επρόκειτο για άνδρα, είτε για
γυναίκα. Αυτό βέβαια δεν απέκλυε και την έναρξη των προξενιών μεταξύ δύο νέων
που για πρώτη φορά βλεπόντουσαν στο πανηγύρι.
Μια εκδήλωση η οποία κρατούσε δύο ημέρες, Την
παραμονήκαι ανήμερα 21 Μαϊου.
Η άφιξη των συγγενών και γνωστών απο τα γύρω χωριά
άρχιζε από την παραμονή. Πρόβλημα ύπνου δεν υπήρχε. Κάθε σπίτι φιλοξενούσε
όσους μπορούσε. Έστρωνε "στρωματσάδα" και κοιμόταν όλοι μαζί. Αν από
τους μουσαφηραίους δεν χωρούσαν όλοι, τότε όλο και κάποιο σπίτι, συγγενικό ή
φιλικό θα βρισκόταν για να κοιμήσει τους ξένους. Σπίτια με τις πόρτες διάπλατα
ανοιχτές εκείνες τις μέρες. Ήταν υποτιμητικό να έρθει ο ξένος και να μην βρεί
να κοιμηθεί την μέρα που γιόρταζε το χωριό.
Μέρες νωρίτερα οι νυκοκοιρές μεριμνούσαν για την
καθαριότητα. Ασβέστωναν, έπλυναν τα καλά σερβίτσια, σιδέρωναν τα καινούργια
ρούχα, καθάριζαν τις αυλές, έφτιαχναν τις θυμωνιές (μια καλή θυμωνιά έδειχνε
την νοικοκυρωσύνη), προμηθευόταν τα γλυκά (κουταλιού ως επι το πλείστον που
έφτιαχναν οι ίδιοι), λουκούμι που θα αγόραζαν απο τα Γιάννινα και ζαχαρκά για
τα παιδιά.
Απο την παραμονή νωρίς το πρωί ερχόταν και οι
πραματευτάδες που άπλωναν τις πραμάτειες τους σε επίκαιρα σημεία και
διαλαλούσαν το εμπόρευμά τους. Παιχνίδια για τα παιδιά τα περισσότερα.
Γλυφυντζούρια, βανίλιες, καραμούζες κλπ.
Από τους γνωστούς πραματευτάδες ήταν ο Τασο-Τόλης απο
την Γλύζιανη, αργότερα ο Σταυρο-Βαλκάνος απο την Ζίτσα, ο Νικόλαος Πανταζής από
το Μαζαράκι, ο Νάσος Λαμπρίδης απο την Γλύζιανη και άλλοι.
Το μεσημέρι της παραμονής οι καθιερωμένες επισκέψεις
των ξένων σε φιλικά και συγγενικά σπίτια. Λίγο ρακί, λίγο κρασί ντόπιο και
σπανιώτατα κανένα ούζο. Τα προεόρτια που άρχιζαν απο την πλατεία του χωριού
και κατέληγαν το βράδυ στα μαγαζιά. Εκεί
είχαν στρωθεί τα βιολιά και τα κλαρίνα. Είχαν έρθει τα ντέφια. Το γλέντι άρχιζε
και θα κρατούσε μέχρι το πρωί.
Ανήμερα του πανηγυριού και όλα άρχιζαν με την Θεία
Δοξολογία στην εκκλησία. Θα πήγαιναν οι περισσότεροι. Οι υπόλοιποι στο σπίτι
έπρεπε να βάλουν την φωτιά και να αρχίσουν το μαγείρεμα. Το μεσημέρι θα έπρεπε
να ήταν όλα έτοιμα για να φάνε πλούσια και χορτάτα όλοι. Σύνηθες φαγητό το
κρέας γιαχνί, ή κρέας πιλάφι. Σε ένα καζάνι, γιατί τα στόματα πολλά.
'Οταν απολύσει η εκκλησία, όταν δηλαδή τελειώσει, σε
λίγη ώρα τα βιολιά και τα λαούτα θα άρχιζαν να σκορπούν το κέφι. Στηνόταν ο
χορός. Προηγούνται πάντα η ξένοι που μας έκαναν την τιμή να έρθουν στην γιορτή
μας, στην χαρά μας. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που το πρωί, ανήμερα του πανηγυριού
τα βιολιά θα πήγαιναν μια βόλτα απο τα σπίτια, πρίν καταλήξουν στην πλατεία.
Κατά το μεσημέρι χτυπά η καμπάνα του χωριού. Την
πρώτη φορά για να προειδοποιήσει τους ξένους ότι πλησιάζει η ώρα του φαγητού.
Στο δεύτερο κτύπημα της καμπάνας όλοι πηγαίνουν στα σπίτια. Το τραπέζι στρωμένο
τους περιμένει. Το κέφι έχει ανάψει όμως και δεν θα μπορούσε να διακοπεί στο
τραπέζι. Συνεχιζόταν με τραγούδια της τάβλας. Ο καλήφωνος απο κάθε παρέα θα
τράβαγε μπροστά και θα τον ακολουθούσαν οι υπόλοιποι.
Μετά το φαγητό αρχίζουν ξανά να μαζεύονται στην
πλατεία του χωριού. Αρχίζει το ξεφάντωμα. Στήνονται δυό ζυγιές χορού. Στην
εσωτερική οι γυναίκες με τα συγκούνια, τα στολίδια, την κεντητή ποδιά, τις
χρυσοκεντημένες μαντήλες στο κεφάλι,τα ασημικά και τα χρυσαφικά κρεμασμένα στο
λαιμό. Βαρύς ο στολισμός. Όσο πιο βαρύς τόσο πιο πλούσια η οικογένεια. Από την
άλλη μεριά οι άνδρες με μαύρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο. Ήταν η επίσημη
ενδυμασία.
Το γλέντι θα κρατούσε μέχρι το πρωί. Οι πρώτοι σε
κάθε χορό έδιναν στα όργανα ένα καλαμπόκι ή ότι άλλο είχαν. Σπάνια έδιναν
χρήματα. Πού να τα εύρισκαν είναι η αλήθεια. Την άλλη μέρα οι ξένοι θα έφευγαν.
Οι περισσότεροι. Συνήθως έμεναν οι συγγενείς για να συνεχίσουν την γιορτή το
βράδυ.
Όταν ο καιρός δεν πήγαινε καλά τότε τα πράγματα
δυσκόλευαν. Θα έπρεπε όλος αυτό ο κόσμος να στριμωχθεί στα μικρά καφενεία του
χωριού ή στα σπίτια.
Από τα γνωστά όργανα που έπερναν μέρος στο πανηγύρι ο
Γιώργος Κουτάς απο την Ιερομνήμη και γύφτοι από τον Παρακάλαμο, τους οποίους
αποκαλούσαν τουρκόγυφτους.
Αυτά τα λίγα για το πανηγύρι στο χωριό, ένα από τα
πιο μεγάλα κοινωνικά γεγονότα της χρονιάς.
ΕΘΙΜΑ
ΓΑΜΟΥ
(Του
Πολ. Βελογιάννη)
Ο γάμος σαν θεσμός και σήμερα και παλιότερα
αποτέλεσε αδήριτη ανάγκη. Με τα σημερινά μάλιστα κοινωνικά δεδομένα δεν είναι μόνο
μια από τις σπουδαιότερες πράξεις τις ζωής του ανθρώπου, αλλά αποτελεί και το θεμέλιο
της σημερινής κοινωνίας. Μ΄αυτόνσχηματίζεται μια καινούργια "οικογένεια"
κι εξασφαλίζεται η ύπαρξή της.
Ο γάμος τα παλιά χρόνια ήταν ένα μεγάλο
κοινωνικό γεγονός - ένας σταθμός - που ξεσήκωνε όλο το χωριό και πλημμύριζε τις
καρδιές όλων από χαρά.
Ο γάμος λεγόταν "χαρά".
Γινόταν συνήθως το Φθινόπωρο και πάντα Κυριακή. Τούτο συνέβαινε για να υπάρχει μπόλικο
κρασί και ρακί.
Οι προετοιμασίες του γάμου άρχιζαν από
την προηγούμενη βδομάδα. Ένα παιδί πήγαινε
στους προσκεκλημένους και τους έδινε ένα ή δύο καρύδια. Αυτό ήταν σημείο πρόσκλησης,
το "κάλεσμα".
Καλούσαν όλους τους συγγενείς και φίλους.
Την Τρίτη το βράδυ θα έπιαναν τα «προζύμια».
Στην μέση του δωματίου έβαζαν την σκάφη και τρία αρσενικά παιδιά κοσκίνιζαν το αλεύρι.
Εκείνη την ώρα έριχναν οι καλεσμένοι διάφορα κέρματα στην σκάφη. Με το αλεύρι αυτό
έφτιαχναν το κουλούρι της μέλλουσας νύφης, το οποίο κρεμούσαν στον τοίχο, στολισμένο
με δεκάρες.
Κουμπάρος γινόταν εκείνος που είχε βαφτίσει
τον γαμπρό. Λεγόταν δε "νουνός" και "παράνυφος"
Το φλάμπουρο λεγόταν "μπαϊράκι"
και ο στολισμός του γινόταν την Πέμπτη. Του τοποθετούσαν στην κορυφή κλαράκια ελιάς,
ένα άσπρο μαντήλι με 5-6 πορτοκάλια ή μήλα ή ρόδια με σουβλιά. Βέβαια πολλές φορές
υπήρχε ανηρτημένη και η Ελληνική σημαία. Την ώρα του στολισμού έριχανν και μια τουφεκιά.
Την Πέμπτη το πρωί, όλα τα κορίτσια του
χωριού πήγαιναν στο δάσος να κόψουν ξύλα. Τα προικιά ήταν έτοιμα στο σπίτι της νύφης.
Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας πήγαιναν
συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι της νύφης για να τα πάρουν. Αν η νύφη ήταν από το
ίδιο χωριό, τα προικιά τα έπαιρναν με τα χέρια. Αν όμως ήταν από άλλο χωριό τα φόρτωναν
στα ζώα.
Υπήρχε το έθιμο, την στιγμή που ξεκινούσαν
τα προικιά, ν΄ ανεβάζουν ένα αγόρι στο σεντούκι και να του δίνουν ένα μαντήλι του
χεριού.
Επιστρέφοντας στο σπίτι του γαμπρού φορτωμένοι
με τα προικιά της νύφης, τραγουδούσαν.
Το Σάββατο σφάζουν πρόβατα και γίδια,
ανάλογα με τον αριθμό των καλεσμένων. Ζύμωναν αφράτα ψωμιά πάνω στα οποία σχεδίαζαν
διάφορα λουλούδια, πουλιά και άλλα ωραία σχέδια.
Την βδομάδα προ του γάμου, ο γαμπρός
δεν επιτρεπόταν να πάει στο σπίτι της νύφης. Αν τύχαινανε να πάει να επισκεφθεί
την νύφη, τότε τον γανώνανε.
Τα προεόρτια του γάμου άρχιζαν από το
βράδυ του Σαββάτου. Γλεντούσαν ολονυκτίς με τα βιολιά και το ντέφι σκόρπιζε τον
ρυθμό του τραγουδιού σε όλο το χωριό.
Την Κυριακή το πρωί όλα γύρω άστραφταν
από χαρά. Αυτή η Κυριακή δεν ήταν σαν τις άλλες. Όλοι στο πόδι. Όλοι φορούσαν τα
καλά τους.
Το πρωί ο γαμπρός και οι συγγενείς του
πήγαιναν με τα βιολιά να πάρουν τον κουμπάρο. Μόλις επέστρεφαν θα έπρεπε να ξυρίσουν
το γαμπρό. Κατά το ξύρισμα είχαν ένα πιάτο με νερό και ρίχνανε μέσα διάφορα κέρματα,
τα οποία έπαιρνε ο κουρέας. Συγχρόνως τραγουδούσαν:
"...Άι
μπαρμπέρη μου, χρυσομπαρμπέρη
για
μπαρμπέρισε χρυσομπαρμπέρη
και σιγά σιγά να μην με κόψεις.."
καθώς
και το:
"...Ευχήσουμε μανούλα μου
τώρα στο ξύρισμά μου
την
ευχή μου νάχεις παιδάκι μου
και ο Θεός να σε προκόψει..."
Αφού ετοιμαζόταν ο γαμπρός, με επικεφαλής
τα όργανα και το μπαιράκι, πήγαιναν να πάρουν τον κουμπάρο. Αυτός έπαιρνε μαζί του
τα στέφανα, τις λαμπάδες, τα κουφέτα, ένα ύφασμα -δώρο για φόρεμα της νύφης- και
ότι άλλο είχε για τον γάμο. Όλη η πομπή (το ψίκι) ξεκινά για να πάρουν την νύφη.
Σ΄ όλο το δρόμο χορεύουν και τραγουδούν διάφορα τραγούδια του γάμου. Όταν το ψίκι,
μετά από ώρα, φθάσει κοντά στο σπίτι της νύφης, τα βιολιά παίζουν το τραγούδι:
"...Ξύπνα περδικομάτα μου
κι ήρθα στο μαχαλά σου..."
Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού άρχιζε
άλλο τραγούδι:
"...Έβγα κυρά και πεθερά
για να δεχτείς την πέρδικα
που περπατεί λεβέντικα..."
Βγαίνει η πεθερά και η νύφη πρσκυνάει
τρείς φορές και της φιλά το χέρι με σεβασμό. Εκείνη τους ρίχνει ρύζι και κουφέτα
και τους απευθύνει ευχές, να ζήσουν, να γεράσουν και να αποχτήσουν γιούς. Εύχεται
επίσης να είναι η νύφη καλορίζικη. Με τις ευχές και το ρύζι που ρίχνεται συμβολικά
ο λαός θέλει να ριζώσουν, να στεριώσουν οι νεόνυμφοι.
Την ώρα που το ψίκι βρισκόταν στο σπίτι
της νύφης, υπήρχε το έθιμο να τηγανίζουν αυγά, στα οποία έρριχναν ζάχαρη και τα
πρόσφερα από λίγο σε όλους τους καλεσμένους. Ευθύς αμέσως, όλοι μαζί, το ψίκι του
γαμπρού και της νύφης ξεκινούσαν για την εκκλησία που θα γινόταν τα στέφανα. Εκεί
λέγανε στον κουμπάρο "τάξε νουνέ". Τον σηκώνει κάποιος από πίσω
τρείς φορές και αυτός απαντά: "Πέντε γιούς και μια μηλιά."
Η νύφη φορούσε την παραδοσιακή στολή
με πολλά στολίδια. Αποτελούνταν από ένα πουκάμισο άσπρο, ένα γελέκι κεντημένο, μια
ποδιά με υπέροχα κεντήματα, ένα συγκούνι μαύρο που ήταν κεντημένο με κόκκινα γαϊτάνια.
Όλη αυτή η φορεσιά πλαισιωνόταν με ασημένια κιμέρια και τοκάδες, σκουλαρίκια κρεμαστά
και χρυσοκέντητες ζώνες (περιζώνια). Οι κάλτσες ήταν όλο κεντήδια (πλουμιστές).
Όταν τελείωναν τα στέφανα, στο προαύλιο
της εκκλησίας ή στο μεσοχώρι, άρχιζε ο χορός, το γλέντι. Πρώτος έσερνε το χορό ο
κουμπάρος, τον οποίο κρατούσαν οι νεόνυμφοι. Ακολουθούσε ο χορός του γαμπρού και
μετά της νύφης. Μετά χόρευαν τα κορίτσια και οι παντρεμένες γυναίκες. Το γενικό
πρόσταγμα είχε ο κουμπάρος. Αυτός έδινε την εντολή σ΄έναν βλάμη του γαμπρού να κεράσει
τους καλεσμένους από ένα ποτό.
Την ημέρα αυτή, οι ξένοι που θα βρισκόταν
στο χωριό, τύχαιναν γεναιόδωρης φιλοξενίας.
Μετά το ολονύχτιο γλέντι, την Δευτέρα
ξεπροβοδούσαν τον κουμπάρο και τους συμπεθέρους, ενώ τα κορίτσια τραγουδούσαν:
"Φυλαχτάδες,
κουρσεφτάδες
σας επήραμε την νύφη
σας χαλάσαμε το σπίτι
τον μεγάλο φυλαχτή
πιάστε τον με το ραβδί."
Την επόμενη Κυριακή τα νιόγαμπρα με τους
πλησιέστερους συγγενείς και φίλους του γαμπρού, πήγαιναν στο σπίτι των γονέων της
νύφης, για τα "πιστρόφια". Τους υποδεχόταν με χαρά και τους έστρωναν
πλούσιο τραπέζι. Εκεί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια της τάβλας, όπως ακριβώς και
το βράδυ του γάμου:
Σε
τούτη την τάβλα πούμαστε
σε
τούτο το τραπέζι
Τρία
πουλάκια κάθονταν
εκελαηδούσαν
κι έλεγαν:
Σ΄
όσους γάμους κι αν επήγα
τέτοια
νιόγαμπρα δεν είδα.
Νάναι
η νύφη μπουμπουκάκι
κι
ο γαμπρός γαρυφαλάκι.
------------------------------------
Ωραία
είναι η νύφη μας
ωραία
τα προικιά της
ωραία
κι η παρέα μας
που
κάνει την χαρά της.
Να
ζήσει η νύφη κι ο γαμπρός
να
ζήσει κι ο κουμπάρος κλπ.
"Αυτά ήταν έθιμα ωραία κυρ - Δάσκαλε. Σου
γέμιζαν την καρδιά." Μου είπε η κ. Πάνου η οποία μου τα
διηγόταν. Στέναξε και πρόσθεσε:
"Αχ! Τι τα θέλετε. Στα χρόνια μας ο γάμος
άξιζε. ΄Ηταν κάτι άλλο. Παντού χαρά. Γιόρταζε όλο το χωριό. Σήμερα παντρεύονται
και δεν καταλαβαίνεις τίποτε. Ούτε νοιώθουν τη συγκίνηση που είχε κάποτε ο
κόσμος όταν γινόταν γάμος.
Τώρα στα χρόνια τούτα γίνεται μόνο το μυστήριο,
δηλαδή τα στέφανα κι ο γάμος τελείωσε.
Ούτε σύγκριση να γίνεται."
Αυτό λοιπόν ήταν το κείμενο που έγραψε
ο Πολυχρόνης Βελογιάννης για τον γάμο.
Να προσθέσω και το έθιμο με τους σκαργιάτες.
Ήταν οι νέοι του χωριού που διάλεγαν τα καλύτερα άλογα, τα στόλιζαν και διαγωνιζόταν
ποιός θα πάει πρώτος στο χωριό απ΄ όπου ήταν η νύφη. (Φυσικά είναι αυτονόητο ότι
αυτό γινότανε μόνο στην περί-πτωση κατά την οποία η νύφη ήταν από άλλο χωριό.)
Ο πρώτος λοιπόν από τους νέους που θα
έφτανε στο σπίτι της νύφης, θα έπαιρνε το μπαϊράκι, θα τον κερνούσαν και φυσικά
θα είχε την ευτυχία να μεταφέρει στο χωριό του γαμπρού την νύφη καβάλα στο δικό
του άλογο.
Θυμάμαι ότι ο συναγωνισμός ήταν καταπληκτικός
και ταυτόχρονα εντυπωσιακός. Ακόμη ότι τις περισσότερες φορές νικητής θα έβγαινε
εκείνος που θα καβαλούσε τα άλογα του Γιώργου
Μωραίτη. Τα είχε ένα κι ένα. Τα καλύτερα στην περιφέ-ρεια. Πάντα στολισμένα και
περιποιημένα.
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΕΣ
ΕΟΡΤΕΣ
Μια ακόμη κοινωνική εκδήλωση, μια ακόμη
γιορτή για κάθε σπίτι. Ο γιορτασμός των ονομάτων των μελών της οικογένειας. Φυσικά
για κάθε μέλος, ανάλογα την ηλικία του, υπήρχε και η αντίστοιχη προετοιμασία. Άλλη
όταν γιόρταζαν οι μεγάλοι και άλλη όταν γιόρταζαν οι μικροί.
Μετά το τέλος της εκκλησίας (όποτε υπήρχε
παπάς) θα ξεκινούσαν οι επισκέψεις στα σπίτια που γιορτάζανε.
Οι επισκέψεις θα γινόταν παρέες-παρέες.
Την πιο βασική αποτελούσαν ο παπάς, ο πρόεδρος και ο δάσκαλος. Ο παπάς θα έκανε
ευχέλαιο, σήκωνε το όνομα, όπως λέγανε και αμέσως μετά τα κεράσματα. Ένα τσίπουρο
ή ένα κρασί συνοδευόμενο με τα σχε-τικά μεζεδάκια. Άρχιζε το πιοτί νωρίς-νωρίς.
Η παρέα θα συνέχιζε τις επισκέψεις της και σε άλλα σπίτι που γιόρταζαν.
Όσα σπίτια είχαν εορτάζοντα, θα έμεναν
ανοιχτά. Το τρα-πέζι με τα μεζέδια πάντα στρωμένο. Ότι είχε να προσφέρει ο κα-θένας.
Τσίπουρο, κρασί ντόπιο ή ούζο χύμα,για τους άνδρες, κάποιο αυτοσχέδιο λικέρ για
τις γυναίκες και βέβαια το καθιερωμένο λουκούμι.
Θυμάμαι ότι οι μεγαλύτερες σε ηλικία
πέρνανε το λουκούμι και το τυλίγανε σε χαρτοπετσέτα για να το πάνε στο σπίτι. Στα
εγγόνια.
" Να το φάνε τα παιδιά ψχή μ΄
" έλεγαν και δικαιλογούσαν: "έχουμε εμείς δόντια για να το φάμε;
"
Καθώς η μέρα κυλούσε και το οινόπνευμα
έκανε την δράση του, άναβε το κέφι και το τραγούδι αναπόφευκτο καλό. Κάπου μεταξύ
τραγουδιού και πιοτού, αρχίζανε τ΄αστεία. Τα πειράγματα στην ημερήσια διάταξη.
Έτσι έκανε τότε ο τάδε, έτσι ο δείνα.
Αυτό είχε πάθει ο Γιάννης, εκείνο ο Μήτσος. Όλα βέβαια τα συμβάντα παραφουσκωμένα.
Όμορφες εποχές, χωρίς πολλές κακίες,
από απλούς καθη-μερινούς ανθρώπους.
Καθώς πλησίαζε το μεσημέρι οι επισκέψεις
αραίωναν. Το τραπέζι θα έστρωνε, η τάβλα πιο σωστά, και οι συγγενείς θα καθόταν
για να το γιορτάσουν όλοι μαζί.
Υπήρχε και το έθιμο για τα μικρά παιδιά.
Το τράβηγμα του αυτιού. Όποιος μικρός γιόρταζε δεν του έσφιγγαν το χέρι, αλλά του
τραβούσανε το αυτί. Έτσι θα του έλεγαν τα χρόνια πολλά. Σαν μια υπενθύμιση ότι θα
πρέπει να είναι προσεκτικός στην ζωή του για να μην τον τιμωρούν. Αυτό το συμβόλιζαν
με το τράβηγμα του αυτιού.
Η
25η ΜΑΡΤΙΟΥ
Η επαίτειος της Εθνικής παλιγγενεσίας,
η 25η Μαρτίου εορταζόταν πάντα με ξεχωριστό
τρόπο. Ήταν η μεγαλύτερη των Εθνικών εορτών και παραμένει τέτοια. Αυτή την ημέρα
την τιμητική του είχε πάντα το δημοτικό σχολείο.
Οι δάσκαλοι θα δίδασκαν διάφορα ιστορικά
σκέτς, μικρά θεατρικά, με πρωταγωνιστές τους μαθητές, θα έδιναν στα παιδιά ποιήματα,
θα τους μάθαιναν τραγούδια.
Ήταν η μέρα του σχολείου.
Το πρωί στην εκκλησία. Θεία δοξολογία.
Κατάνυξη.
Μετά ο πανηγυρικός της ημέρας, από τον
δάσκαλο. "Η ανδρεία των Ελλήνων", "οι ήρωές μας", η επανάσταση
του 1821. Κάθε φορά θα μιλούσαν και για έναν από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης.
Συνήθως όμως θα ήταν μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα του 1821.
Αμέσως μετά τα ποιήματα. Συνήθως οι μαθητές
των μικρών τάξεων άνοιγαν την ...παράσταση. Μια παράσταση που δινόταν στην πλατεία
του χωριού. Μόνο τα τελευταία χρόνια καθιερώθηκε να δίνετε στο σχολείο.
Ενδιάμεσα κάποια τραγούδια με πατριωτικό
περιεχόμενο. Απ΄ αυτά που εξυμνούσαν τον ηρωισμό και τα κατωρθώματα των Ελλήνων.
Κορυφαία στιγμή της εκδήλωσης, τα θεατρικά
σκέτς, με τους μαθητές των μεγάλων τάξεων. Και μετά τα συγχαρητήρια. Τα χειροκροτήματα
για τον δάσκαλο και για τους μαθητές. Η παράσταση θα έκλεινε σχεδόν πάντα με τον
εθνικό ύμνο.
Ο χώρος όπου θα δινόταν η παράσταση,
στολισμένος με τις φωτογρφίες των ηρώων του 1821. Στολισμένος με μικρές σημαίες
και με δάφνες.
Ιδιαίτερα το πατάρι, ο χώρος όπου τα
παιδιά θα απήγγειλαν, θα τραγουδούσαν.
Όσο για την ενδυμασία τους; Τσολιάδες
τα μεγάλα παιδιά, με συγκούνια οι μεγάλες κοπέλες. Όσοι έπαιρναν μέρος στα θεατρικά,
φορούσαν την ανάλογη με τον ρόλο τους στολή.
Η μέρα θα συνεχιζόταν στο καφενείο του
χωριού. Όσο για τις εργασίες; Μόνο οι απολύτως απαραίτητες θα γινόταν εκείνη την
μέρα. Αργία για τους περισσότερους στο χωριό.
ΤΑ
ΒΑΦΤΙΣΙΑ
Πρώτα η χαρά της γέννας.
Μετά η χαρά της ονομασίας. Το βάφτισμα.
Μια ξεχωριστή μέρα για τους γονείς, αφού το παιδί τους θα γινόταν Χριστιανός και
θα έπαιρνε όνομα.
Το μυστήριο γινόταν σχεδόν πάντα Κυριακή,
μετά την Θεία Λειτουργία. Θα το παρακολουθούσαν όλοι οι εκκλησιαζόμενοι.
Οι συγγενείς θα μεριμνούσαν να φέρουν
ζεστό νερό από το σπίτι, να πλύνουν την κολυμπήθρα.
Ο Νονός να φέρει το λάδι, τις λαμπάδες,
τα ρούχα του παιδιού και φυσικά τα δώρα του.
Τις περισσότερες φορές η μάννα του παιδιού
δεν θα βρισκόταν στην εκκλησία. Θα έμενε στο σπίτι της. Εκεί θα περίμενε να μάθει
το όνομα του παιδιού της. Σπάνια μαζί της θα καθόταν και ο σύζυγος.
Συνήθως το όνομα που θα χάριζε ο νονός,
ήταν γνωστό. Αν το μωρό ήταν αγόρι και πρώτο παιδί της οικογένειας θα έπαιρνε το
όνομα που είχε ο πατέρας του άνδρα. Αν ήταν θηλυκό και πρώτο παιδί της οικογένειας,
θα έπαιρνε το όνομα που είχε η μητέρα του άντρα. Τα δεύτερα αγόρια και κορίτσια,
εφόσον συμφωνούσε ο άντρας θα έπαιρναν τα ονόματα των γονέων της γυναίκας. Δεν ήταν
λίγες οι φορές που ο νονός δεν τηρούσε αυτή την τάξη θα λέγαμε και έδινε δικό του
όνομα. Μια ενέργεια η οποία δεν περνούσε απαρατήρητη. Αν και πολύ πιθανά ήταν αποτέλεσμα
μιας διαφωνίας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Καθώς το μυστήριο της βάπτισης άρχιζε
και ο νονός ήταν έτοιμος να δόσει το όνομα στο παιδί, τα νεαρά σε ηλικία παιδιά
του χωριού θα περίμεναν στην είσοδο της εκκλησίας να ακούσουν το όνομα και να τρέξουν,
ποιός θα φθάσει πρώτος, να αναγγείλει το όνομα στην μητέρα, να πάρει τα σχαρίκια.
Μετά το τέλος του μυστηρίου όλοι οι εκκλησιαζόμενοι
πήγαιναν εν πομπή στο σπίτι που είχε την χαρά. Εκεί περίμενε η μητέρα να πάρει το
παιδί της χριστιανό πια. Για να το δόσει όμως ο νονός θα έπρεπε να κάνει τρεις μετάνοιες
και να τάξει στον κουμπάρο. Να του υποσχεθεί.
Μετά τις ευχές και τα κεράσματα οι περισσότεροι
θα καθόταν στο τραπέζι για φαγητό. Κρέας με κρεμμύδια (γιαχνί) ή κρέας με πατάτες
ή κοφτό.
Ανάλογα με την οικονομικά δυνατότητα
της οικογένειας, θα υπήρχαν και όργανα για το γλέντι των καλεσμένων. Διαφορετικά
τραγούδι με το στόμα.
Η βάφτιση ήταν μια από τις πιο ευχάριστες
στιγμές τις οικογένειας. Έχει όμως σημασία να αναφερθούμε και στον νονό. Εδώ η παράδοση
κρατούσε από γενιά σε γενιά. Αυτός που θα στεφάνωνε το ζευγάρι είχε πάντα τον πρώτο
λόγο. Έφ όσον ήθελε, όπως συνήθως συνέβαινε, θα βάφτιζε το παιδί. Αν τώρα υπήρχαν
περισσότερο από ένα παιδιά οι γονείς θα ρωτούσαν και πάλι τον κουμπάρο, αν ήθελε
να τα βαφτίσει. Συνέβαινε πολλές φορές, αυτός να βάφτιζε όλα τα παιδιά του ζευγαριού
και να τα "έδινε" στα δικά του. Μπορεί δηλαδή να τα βάφτιζε αυτός, αλλά
έλεγε πως νονός ήταν ένα από τα παιδιά του.
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Το άναμα της φωτιάς την Κυριακή των Απόκρεων,
είναι συνηθισμένο έθιμο για τα χωριά του νομού Ιωαννίνων. Στα Γιάννινα ονομάζουν
τις φωτιές "τζαμάλες". Στο Λίθινο τις αποκαλούν και "πράντζες".
Μια ονομασία που δεν δόθηκε τυχαία. Προκλήθηκε από τον θόρυβο που κάνουν τα κέδρα
όταν καίγονται.
Είναι αλήθεια πως οι απόκριες στην εποχή της τουρκοκρατίας, ήταν
μια ξεχωριστή γιορτή για τους γιαννιώτες. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν το
1430 παραδόθηκαν στους τούρκους, μεταξύ των προνομίων που ζήτησαν, ήταν και η δυνατότητα
να χρησιμποιούν προσωπίδες, κατά την διάρκεια των απόκρεων.
Λίγες μέρες πριν από την Κυριακή της
Τυροφάγου, Κυριακή των Απόκρεω, τότε που θα ανάβανε την τζουραμπίνα ή την πράντζα,
τα μικρά κυρίως παιδιά του χωριού, γυρίζανε από σπίτι σε σπίτι φωνάζοντας:
" Ξύλα για τσ' αποκριές, να χουρέψουν οι γριές, με τις κόκκινες πουδιές."
Οι νοικοκυρές των σπιτιών έβγαιναν και
δίνανε ξύλα από τις θυμωνιές τους. Υλικό πρώτης ανάγκης για τους κατοίκους του χωριού
το ξύλο τότε. Το κόβανε το καλοκαίρι και το στιβάζανε σε θυμωνιές στην αυλή του
σπιτιού τους, για να καλύψουν τις ανάγκες του χειμώνα, σε θέρμανση αλλά και για
το μαγείρεμα.
Μερικές φορές λοιπόν ορισμένες από αυτές,
δεν δίνανε την ποσότητα που "έπρεπε" στα παιδιά και αυτά το βράδυ για
να τις εκδικηθούν, να τις τιμωρήσουν περισσότερο, πηγαίνανε και κλέβανε ξύλα από
την θυμωνιά. Όχι μεγάλες ποσότητες βέβαια γιατί και αυτά γνωρίζανε την αξία των
ξύλων.
Πέρα όμως από αυτά που μαζεύανε από τις
θυμωνιές, οι νέοι πηγαίνανε στο Ανήλιο, κατά προτίμηση, για να κόψουν με το κασάρι
κέδρα.
Όλα αυτά τα ξύλα, που τα κουβαλούσαν
οι ίδιοι, τα συγκέντρωναν στην πλατεία.
Με το πρώτο σκοτάδι, σχεδόν όλοι οι χωριανοί
μαζευόταν στην πλατεία και αφού άναβε η φωτιά έστηναν χορό γύρω από αυτή, τραγουδώντας
αποκριάτικα τραγούδια, περισσότερα από τα οποία ήταν σατιρικά. Τραγούδια τα οποία
έλεγαν σε δυο ζυγιές. Τραγουδούσαν πρώτα οι άντρες και απαντούσαν μετά οι γυναίκες,
επαναλαμβάνοντας τους στίχους που έλεγαν οι πρώτοι.
Η όλη διαδικασία διανθιζόταν με τους
μασκαράδες. Αυτοσχέδια ρούχα με τα οποία συνήθως ντυνόταν γριές, γέροι, και κακομούτσουνοι.
Ήταν αυτοί που με τα πειράγματά τους προσπαθούσαν να φτιάξουν το κέφι των συγκεντρωμένων.
Πρωταγωνιστές σ΄ αυτή την γιορτή ήταν ο Ευάγγελος
Πάνος, που ντυνόταν με τομάρια και ο Ελευθέριος Ζιώγος.
Δυστυχώς το έθιμα αυτό έχει σταματήσει
από χρόνια να γίνεται στο χωριό. Και δικαιλογημένα. Ποιός να πάρει μέρος τώρα πια
σε μια τέτοια εκδήλωση;
Την Καθαρή Δευτέρα, που άρχιζε η Σαρακοστή,
μια ακόμη γραφική φιγούρα. Ο Νικόλαος Διαγουμάς. Αυτός συγκέντρωνε από όλα τα σπίτια τις πίτες που είχαν απομείνει από την Κυριακή.
Πίτες τις οποίες δεν θα τρώγανε, λόγω νηστείας οι άλλοι και με την παρέα του θα
έκανε το δικό του γλέντι. Η μέρα αυτή, η Καθαρή Δευτέρα, ανήκε για πολλά χρόνια
στον Νίκο-Διαγουμά. Ήταν αυτός που θα έκανε το δικό του γλέντι, επιλέγοντας κάθε
φορά την παρέα του.
Η
ΒΑΣΚΑΝΙΑ
(Του
Πολυχρόνη Βελογιάννη.)
Η βασκανία ή το μάτιασμα (κακό μάτι)
είναι πρόληψη, δεισιδαιμονία που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Είναι βαθιά ριζομένη
στις ψυχές των ανθρώπων, που αν τους συμβεί κάτι ξαφνικό και αναπάντεχο κακό, πιστεύουν
ακράδαντα ότι οφείλεται σε βάσκανο μάτι. Πιστεύουν δε ότι αυτό έγινε από φθόνο ή
ζήλεια ή επιθυμία να αποκτήσουν και αυτοί ότι αγαθό έχει ο διπλανός τους.
Η πρόληψη της βασκανίας, όπως είναι γνωστό,
προήλθε από τους λαούς της Ανατολής. Επίσης οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι πίστευαν
στην δύναμη της βασκανίας. Ακόμη και μεγάλες προσωπικότητες πιστεύουν σ΄αυτήν.
Εξ άλλου και η εκκλησία μας αναγνωρίζει
την δύναμη της βασκανίας, γι΄ αυτό και θέσπισε διάφορες ευχές για την αποτροπή της.
Την αποδίδει δε στην ενέργεια του πονηρού
και ως έργου του διαβόλου.
Ο
λαός πιστεύει πως το κακό μάτι, σκίζει ακόμη και την πέτρα.
Περισσότερο όμως από τους μεγάλους, πιστεύουν
ότι ματιάζονται τα βρέφη και τα μικρά παιδιά. Λένε δε ότι κακό μάτι έχουν κυρίως
οι σημαδεμένοι.
Για το ξεμάτιασμα των βρεφών ακολουθούν
συνήθως τις εξής διαδικασίες. (Αυτά γίνονται και στο Λίθινο).
Παίρνουν ένα ποτήρι το οποίο γεμίζουν
με νερό. Εκεί μέσα ρίχνουν μικρά κάρβουνα αναμμένα, προφέροντας συγχρόνως με το
νου τους σε κάθε κάρβουνο το όνομα εκείνου ή εκείνης που νομίζουν ή πιστεύουν ότι
ενδεχομένως να μάτιασε το παιδί. Αν το κάρβουνο βυθιστεί αμέσως στο ποτήρι τότε
αυτός μάτιασε το παιδί. Αν σταθεί στην επιφάνεια, τότε δεν το μάτιασε αυτός. Μετά
μια γυναίκα με το χέρι της, παίρνει λίγο νερό από το ποτήρι και βρέχει το μέτωπο
του παιδιού, χαιδεύοντάς του τα μαλλιά της κεφαλής λέγοντας: "Έξω τα κακά,
μέσα τα καλά". Αυτό το επαναλαμβάνει τρείς φορές. Τέλος δίνει να πιεί τρείς
γουλιές από το ίδιο νερό.
Άλλη διαδικασία:
Σ΄ ένα φλυντζάνι με νερό, ρίχνουν τρεις
σταγόνες λάδι. Αν το λάδι εξαφανιστεί, τότε το μικρό είναι ματιασμένο. Καλούν το
πρόσωπο που θεωρούν ότι το μάτιασε για να το φτύσει τρεις φορές. Ακόμη το καπνίζουν
ρίχνοντας στην φωτιά θυμίαμα ή αλάτι, λέγοντας πάλι τα ίδια λόγια.Για την πρόληψη και εξουδετέρωση της επίδρασης της βασκανίας
του παιδιού, οι μητέρες κρεμούν στο λαιμό ή βάζουν στα ρούχα του με μια παραμάνα,
διάφορα φυλαχτά. Μέσα σ΄ αυτά βάζουν ένα μικρό σταυρό και πάλιουρα ή βάζουν λίγο
λιβάνι, μπαρούτι σκόρδο κλπ. Ακόμη ντύνουν το παιδί εσωτερικά με μερικά ρούχα ανάποδα.
Τέλος προσκαλούν τον παπά να διαβάσει ευχές κατά τις βασκανίας
|