|
Ο Χίτλερ στην Γερμανία και ο Μουσολίνι στην
Ιταλία, προετοιμάζουν από καιρό την πολεμική τους μηχανή για να αιματοκυλήσουν
την Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα. Συνεργάτες τους σ΄ αυτό και οι Ιάπωνες.
Τα σύννεφα του πολέμου καθώς πηγαίνουμε στο 1940
γινόταν όλο και πιο πυκνά, όλο και πιο μαύρα, στον ουρανό της Ευρώπης. Η
επέμβαση της Γερμανίας στην Πολωνία ήταν η απαρχή του δευτέρου παγκοσμίου
πολέμου.
Σε ότι αφορά την Ελλάδα οι διαθέσεις του Μουσολίνι
γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρες. Στα 1939 ακόμη, κηρύσσεται γενική επιστράτευση.
Καλούνται στον στρατό αρκετοί από το χωριό μας, μέχρι της κλάσης του 1922.
Ο πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει. Οι ιταλικές
μεραρχίες είχαν συγκεντρωθεί στα σύνορα της Ελλάδας με την Αλβανία. Η Ήπειρος
και ειδικώτερα το ΒΔ κομμάτι του νομού Ιωαννίνων, έμελλε να δεχθεί το
μεγαλύτερο βάρος του πολέμου.
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου το νέο μεταδόθηκε
αστραπιαία.
Πόλεμος.
Η καμπάνα του χωριού άρχισε να χτυπάει. Τα πρώτα
βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά ιταλικά αεροπλάνα, εμφανίστηκαν πάνω από τον
Ελληνικό ουρανό.
Βομβάρδισαν το γεφύρια στο Σουλόπουλο και το
Θεο-γέφυρο. Την πρώτη μπόρεσαν να την καταστρέψουν. Το Θεογέφυρο όμως, λόγω της
τοποθεσίας του, δεν μπόρεσαν να του προκαλέσουν ζημιές.
Οι κάτοικοι έντρομοι, έτρεξαν να βρουν καταφύγια. Οι
περισσότεροι πήγαν στα Ασκηταριά. Εκεί που πριν από πολλά χρόνια εύρισκαν
καταφύγιο γαλήνης και αφοσίωσης στον Θεό, οι Πατέρες. Οι ασκητές. Αυτές οι
σπηλιές προστατεύουν τώρα τους ανθρώπους, από τους ...ανθρώπους.
Δεν πέρασαν πολλές ώρες όταν στην περιοχή των Πατέρων
εμφανίστηκαν φοβισμένοι κάτοικοι από τα γύρω χωριά. Πήγαν να προστατευτούν.
Συγκεντρώθηκαν από το Μαζαράκι, τον Παρακάλα-μο, τους Κουκλιούς κλπ. Γέμισαν τα
Ασκηταριά κόσμο. Σε κάθε γούβα (σπηλιά) και μια-δύο οικογένειες.
Φοβισμένα πρόσωπα.
Μικρά παιδιά που έκλαιγαν.
Στο βάθος, μακριά, πίσω από την Γλύζιανη, ακουγόταν ο
φρικιαστικός ήχος των όπλων. Οι ιταλοί προελαύνουν. Βομβαρδίζουν. Όχι για πολύ
όμως. Εκεί στο Καλπάκι θα τους περίμεναν οι Έλληνες. Εκεί στον κάμπο της Βελλάς
και των Δολιανών θα δεχόταν την πιο ταπεινωτική ήττα. Μια ήττα από τους
λιγότερους αριθμητικά, ελαφρύτερα οπλισμένους, αλλά γενναίους Έλληνες.
Το Θεογέφυρο αναδεικνύεται στρατηγικής σημασίας . Από
τις πρώτες ώρες του πολέμου περνούν για το μέτωπο αρκετά ελληνικά στρατιωτικά
τμήματα. Όπως μου είπε ο Γεώργιος Διαμάντης, το Ελληνικό μηχανικό έζωσε το
Θεογέφυρο με εκρηκτικά έτσι ώστε σε πιθανή μεγάλη οπισθοχώρηση να το
ανατινάξουν. Ευτυχώς δεν χρειάστηκε.
Λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου και
συγκε-κριμένα στις 2 Νοεμβρίου 1940 ο αεροπόρος από τα Βίλλια Αττικής Γιάννης
Σακελλαρίου, μη μπορώντας να δέχεται παθητικά το σφυροκόπημα των Ελληνικών
θέσεων από την ιταλική πολεμική αεροπορία αποφάσισε να πάρει το μικρό αεροπλάνο
που ήταν καθηλωμένο στο αεροδρόμιο και να χτυπηθεί με τους ιταλούς στον αέρα.
Συναντήθηκε με το ιταλικό σμήνος, πάνω από τον ουρανό
της Σιούτιστας. Ακολουθεί αερομαχία. Μια άνιση μάχη. Ένας εναντίον
τριών-τεσσάρων. Οι κρυμμένοι στις σπηλιές κάτοικοι παρακολουθούν ένα τρομακτικό
θέαμα. Ένα παιχνίδι θανάτου. Οι ελιγμοί του έλληνα πιλότου ριψοκίνδυνοι. Κάνει
πιρουέτες στον αέρα, για να αποφύγει τα εχθρικά πυρά. Ζωγραφίζει τον θάνατο.
Παίζει μαζί του. Τα πυροβόλα των ιταλικών αεροπλάνων κροταλίζουν. Ξερνούν φωτιά
και μολύβι. Τα λεπτά περνούν. Αργά. Βασανιστικά. Ο Έλληνας μαχητής βρίσκεται σε
δύσκολη θέση. Οι εχθροί εφορμούν διαδοχικά. Αποφεύγει τον έναν κι έρχεται
αντιμέτωπος με δύο άλλους. Παρ΄ όλα αυτά δεν υποχωρεί. Οι ήρωες δεν υποχωρούν.
Μένουν στην μάχη μέχρι το τέλος. Αγωνίζονται. Προκαλεί τον θάνατο που δεν θ΄
αργήσει νάρθει.
Σε μια στιγμή ένα από τα τέσσερα σιδερένια πουλιά
βγάζει καπνούς. Ποιος νάναι άραγε; Οι κάτοικοι συνεπαρμένοι από το θέαμα
ξεχνούν τον κίνδυνο και βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Βλέπουν το χτυπημένο
αεροπλάνο να βγάζει καπνούς. Στην αρχή άσπρους. Μετά γίνανε μαύροι. Χάνει ύψος.
Το πέταγμά του αλλόκοτο. Φανερώνει την αγωνιώδη προσπάθεια του λαβωμένου άνδρα
να το κρατήσει ψηλά, να το φέρει στα ίσια του. Άλλοτε τα καταφέρνει. Στιγμιαία
όμως. Το σκάφος συνεχίζει να χάνει ύψος. Αρχίζουν οι προσπάθειες να το
προσγειώσει. Πρώτη απόπειρα στα "Παλιοπόρια". Ανεπιτυχής.
Τώρα πια είναι ολοφάνερο. Το αεροπλάνο είναι το
Ελληνικό.
Τα ιταλικά συνεχίζουν να πετάνε πάνω από την περιοχή,
σαν γεράκια. Παρακολουθούν το τέλος του ήρωα, Αυτός ακόμη προσπαθεί. Δίνει στο
σκάφος και πάλι ύψος μετά την αποτυχημένη πρώτη προσπάθεια απογείωσης. Η
πρόθεσή του ολοφάνερη. Θέλει να πιάσει τα ισιώματα στις Πατέρες. Η αγωνία
κορυφώνεται. Ο πιλότος δεν μπορεί να το ελέγξει. Ο ίδιος φαίνεται ότι παλεύει
να κρατηθεί στην ζωή. Έχει τραυματισθεί σοβαρά. Οι κλωστές που τον κρατάνε στην
ζωή ελάχιστες. Μετρημένες. Καμιά. Το αεροπλάνο ακυβέρνητο σφηνώνεται στο
έδαφος. Στην περιοχή "Λιβάδια" κοντά στην πηγή "Κεραμίδα"
στα χωράφια της Ελένης Χρ. Θεμελή.
Ένας εκκωφαντικός θόρυβος ακούγεται. Ακολουθούν
εκρήξεις. Όταν αυτές καταλαγιάζουν πολλοί χωριανοί που ήταν κρυμμένοι είτε στον
κάμπο, (αρκετοί πριν την αερομαχία σκάλιζαν)
είτε στις "Πατέρες", τρέχουν να βρουν τα συντρίμμια. Κανείς
δεν ελπίζει ότι μπορεί ο άτυχος πιλότος να βγει ζωντανός μετά την πτώση και τις
εκρήξεις που ακολούθησαν.
Αυτοί όμως τρέχουν.
Όταν φθάνουν κοντά στα συντρίμμια αντικρίζουν την
πραγματικότητα.
Ο Έλληνας πιλότος είναι νεκρός. Βρίσκεται στο
πιλοτήριο. Είναι απανθρακωμένος. Τον βγάζουν από τα απομεινάρια του αεροπλάνου
και τον κηδεύουν στους Κουτρουλάδες. Αργότερα το χωριό αυτό άλλαξε το όνομά του
και πήρε προς τιμή του Έλληνα πιλότου το όνομα Σακελλαρικό.
Στο μεταξύ ο ελληνικός στρατός, αφού απέκρουσε τις
ιταλικές επιθέσεις στη γραμμή Καλπακίου, πέρασε στην αντεπίθεση. Νικάει τους
Ιταλούς. Συλλαμβάνει αιχμαλώτους.
"...Πολύ συχνά βλέπαμε να μεταφέρονται από το
μέτωπο στα ενδότερα της χώρας αιχμάλωτοι ιταλοί στρατιώτες - μου έλεγε ο
Δημήτριος Παπαχρήστου - Τους περνούσαν από το Θεογέφυρο και κατά μπουλούκια
τους πήγαιναν προς τα κάτω..."
Ο Ελληνικός στρατός προελαύνει. Το μέτωπο του πολέμου
μεταφέρεται στην Αλβανία. Απομακρύνεται. Οι κάτοικοι του χωριού επανέρχονται
στις καθημερινές ασχολίες τους.
Ο Απρίλιος του 1941 φθάνει. Οι Γερμανοί υποδουλώνουν
την Ελλάδα. Οι ήρωες του Αλβανικού μετώπου επιστρέφουν στην ιδιαίτερη πατρίδα
τους.
Από τους Λιθινιώτες που πήγαν στο μέτωπο, ένας δεν
γύρισε ποτέ. Ο Δημήτριος Νικολάου Διαγουμάς. Τα ίχνη του χάθηκαν. Κανείς
δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Σκοτώθηκε στο μέτωπο; πιάστηκε αιχμάλωτος; Κάποιοι
υποστήριξαν ότι τον είδαν να πέφτει νεκρός στην μάχη του Καλπακίου.
Μετά την υποδούλωση, στο Λίθινο εγκαθίσταται ένας
λόχος ιταλών από 200 άτομα. Στρατοπεδεύουν στο πλάτωμα δίπλα από την εκκλησία
του Αγίου Νικολάου, στο Θεογέφυρο. Έμειναν εκεί 3-4 μήνες.
Στην αρχή δεν τους πλησίαζε κανείς. Καθώς ο χρόνος
περνούσε, πρώτα τα μικρά παιδιά και μετά οι μεγαλύτεροι, γνώρισαν από κοντά τους ιταλούς. Κατάλαβαν ότι δεν
ήταν άνθρωποι του πολέμου. Ήταν ήσυχοι. Στο διάστημα που μένουν στο Λίθινο,
χαράσσουν και κατασκευάζουν τον καρόδρομο Θεογέφυρο-Ζίτσα. Τον μετατρέπουν σε
έναν δρόμο βατό για τα αυτοκίνητα της εποχής,
Γενικά τους πρώτους μήνες της κατοχής δεν
εμφανίζονται ιδιαίτερα προβλήματα στην περιοχή. Οι γερμανοί έχουν την διοίκησή
τους στα Γιάννινα. Δεν σκορπούν τις δυνάμεις τους στα χωριά. Κάνουν επιδρομές
μόνον όταν υπάρχει λόγος γι΄ αυτούς.
Τα Ελληνικά βουνά όμως και καθώς η κατοχή
συνεχίζεται, γεμίζουν από το αντάρτικο. Ξαπλώνεται παντού. Φτάνει και ως το
Λίθινο. Οι αντάρτες εγκαθίστανται στο Θεογέφυρο. Αυτό το γεγονός, αποτελεί την
αφορμή να βομβαρδιστεί το χωριό. Οι κατακτητές τοποθετούν τα πολυβόλα και τα
κανόνια τους στην Ζίτσα. Από εκεί βάζουν κατά του οικισμού.
Απ' ό,τι θυμούνται οι παλαιότεροι, το χωριό
βομβαρδίστηκε τρεις φορές. Σε μια από αυτές, μια οβίδα χτυπάει έξω από την
μπίμσα των σπιτιών του Αναστασίου και Χρήστου Θεμελή. Μέσα σ΄ αυτή είχαν
κρυφθεί καμμιά τριανταριά άτομα. Ανάμεσά τους και ο Γεώργιος Πάνος ο οποίος,
καρδιακός καθώς ήταν, έπαθε κρίση. Ευτυχώς που η οβίδα έσκασε έξω. Αν χτυπούσε
λίγο πιο ψηλά και διαπερνούσε τον τοίχο τότε, θα σημειωνόταν η μεγαλύτερη
τραγωδία στα χρονικά του χωριού. Δεν θα γλύτωνε κανείς από τους τριάντα που
είχαν κρυφθεί εκεί.
Σε μια από τις επιδρομές τους οι γερμανοί βάζουν
φωτιά στο χωριό. Καίνε σχεδόν όλες τις καλύβες καθώς και τα σπίτια των
Ζιωγιαίων, του Βασίλη Διαμάντη και του Παναγιώτη Μωραίτη.
Στα 1942 στην θέση "Βίγλα" σκοτώνεται ο
Δημήτριος Ντάφλος. Κανείς δεν γνωρίζει από τι; Νάρκη πάτησε, χειροβομβίδα
έσκασε στα χέρια του; Άγνωστο.
Στα 1943 οι αντάρτες καταλαμβάνουν για έξη περίπου
μήνες το Θεογέφυρο και εγκαθίστανται στο χωριό. Πάρα πολλοί από τους κατοίκους,
φοβούμενοι νέο βομβαρδισμό από τους γερμανούς, μετακομίζουν στην κυριολεξία
στον κάμπο. Κατασκευάζουν πρόχειρα καταλύματα και ζουν εκεί. Στο χωριό
πηγαίνουν μόνον όταν θέλουν να πάρουν κάτι απόλυτα απαραίτητο.
Οι αντάρτες φυλάνε και το Θεογέφυρο. Τον Φλεβάρη του
1944 σημειώνεται εμπλοκή μεταξύ γερμανών και ανταρτών. Ένα πολυβόλο των
ανταρτών στήνεται στο Ανήλιο. Άλλοι φυλάνε σκοποί κάτω στο γεφύρι. Οι γερμανοί
κατεβαίνουν από την Ζίτσα. Στην "Μπακή" στήνουν τα δικά τους
πολυβόλα. Η μάχη άνιση. Οι αντάρτες αποχωρούν.
Οι γερμανοί, καθώς γυρίζουν στην βάση τους, συναντούν
στα χωράφια της "Μπακής" τον Μανώλη Διαγουμά που έβοσκε τα πρόβατά
του. Εκεί τον δολοφονούν με μαχαίρι και τον πετούν πάνω σ΄ έναν θάμνο. Το χωριό
πέφτει σε πένθος. Η Βασιλική Διαγουμά νοιώθει όσο κανείς άλλος τον πόνο του
πολέμου. Κατά την διάρκειά του χάνει τον άνδρα της και τον γιο της.
Η ΤΡΑΓΙΚΗ φιγούρα. Η προσωποποίηση του πόνου.
(ΣΣ: Η αναφορά μου στα γεγονότα του πολέμου είναι
καθαρά ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΑ. Δεν ερευνώ στο παρόν βιβλίο λεπτομέρειες από την δράση των
ανταρτών και των γερμανικών αντιποίνων. Είναι μια χρονική περίοδος ιδιαίτερα
ευαίσθητη και θεωρώ ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα για να παρουσιαστούν τα
γεγονότα με αντικειμενικότητα. Όπως έγιναν).
Η χρονική περίοδος 1940-1950 θα αποτελέσει
αντικείμενο ενός άλλου βιβλίου. Θυμίζω για μια ακόμη φορά ότι το βιβλίο που
κρατάτε στα χέρια σας στόχο και σκοπό έχει την ιστορία του χωριού από την
ίδρυσή του. Βέβαια ένα κομμάτι της ιστορίας του είναι και αυτό της δεκαετίας
που προανέφερα. Μια δεκαετία που θέλει σοβαρή ιστορική έρευνα.
Με την απελευθέρωση αποκαθίσταται, όχι όμως για πολύ
η ησυχία στο χωριό. Ακολουθούν δύσκολα χρόνια. Ο εμφύλιος. Δύσκολα χρόνια. Και
πικρά.
Νέες αγωνίες..
Νέος τρόμος..
Φόβος παντού.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
Θα ήταν άδικο να μην αφιερώσουμε λίγες γραμμές στο
βιβλίο αυτό για τον Γιάννη Σακελλαρίου. Τον Έλληνα πιλότο ο οποίος,
αντίθετα με την λογική, αποφάσισε να χτυπηθεί με τους εισβολείς σ΄ έναν άνισο αγώνα. Προκάλεσε τον θάνατο πάνω
από τον ουρανό της ιδιαίτερης πατρίδας μας, έχασε την μάχη, αλλά πέτυχε να τον
θυμόμαστε και να τον τιμάμε για πάντα.
Ο Γιάννης Σακελλαρίου γεννήθηκε στα Βίλλια της
Αττικής και ήταν μοναχογιός. Πρώτος μαθητής στο σχολείο, πρώτος μαθητής και
αρχηγός στην Σχολή Ικάρων. Είναι ο πρώτος αεροπόρος της Σχολής που εκπαιδεύεται
στα καταδιωκτικά. Είναι ο πρώτος αεροπόρος που έδοσε το παρόν στον πόλεμο του
1940. Είναι ο πρώτος αεροπόρος που έπεσε μαχόμενος υπερασπίζοντας την πατρίδα.
Παντού πρώτος όπως πρώτοι είναι οι ήρωες.
Στις 2 Νοεμβρίου 1940 πέφτει, μετά από έναν άνισο
αγώνα με τέσσερα ιταλικά αεροπλάνα, στην περιοχή της Μονής των Πατέρων. Οι
κάτοικοι των Κουτρουλάδων παίρνουν το άψυχο κορμί του και το ενταφιάζουν στο
κοινοτικό μικρό κοιμητήριο. Για να τον έχουν μαζί τους. Για πάντα.
Το 1953 αποφασίζουν να δώσουν στο χωριό τους το όνομά
του.
ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΚΟ
Για να μείνει αθάνατος στην ιστορία.
Στις 3 Νοεμβρίου, την επόμενη του θανάτου του οι
ανταποκριτές των αγγλικών και αμερικανικών πρακτορείων ειδήσεων γράφουν με
θαυμασμό για τον Έλληνα Ίκαρο.
Ο πατέρας του στο άκουσμα του θλιβερού μαντάτου για
τον μοναχογιό του, δεν έκλαψε. Περήφανος για τον Γιάννη γράφει αυτούς τους
στίχους:
«Ψηλά από τα Γιάννινα φωνή αγγέλου φθάνει
ετοίμασε πατέρα μου το δάφνινο στεφάνι
τις αδελφές μου φίλησε της μάνας μου το χέρι
στάσου στη θέση μου πιστός στο κάθε θέλημά τους
και πέστης υπερήφανη πρώτη αυτή να ξέρει
πως η άλλη μάνα, η Ελλάς με κράτησε κοντά της».
Στις 25 Αυγούστου του 1990 η Αδελφότητα Σακελλαριωτών
τίμησε τον ήρωα με την αποκάλυψη της προτομής του στο σχολείο του χωριού. Σε
μια εκδήλωση που τίμησαν με την παρουσία τους πολλοί επίσημοι και κάτοικοι των
γύρω χωριών καθώς και του δήμου Βιλλίων.Ανάμεσά τους και η
ανιψιά του υποσμηναγού Ιωάννη Σακελλαρίου, Ιωάννα Πετροπούλου το γένος
Σακελλαρίου
|