Header Pic Header Pic
Header Pic
 
Header Pic
Header Pic Header Pic
Header Pic







Ιστορικές Αναφορές

Πριν επιχειρήσω να αποδείξω πότε για πρώτη φορά εμφανίζεται το Λίθινο σαν οικισμός και για να βοηθήσω τον αναγνώστη να αντιληφθεί την συλλογιστική μου, θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να κάνω μια ιστορική αναδρομή στα γεγονότα που συμβαίνουν στην Ήπειρο από το 168 π.χ μέχρι και τον 14ο αιώνα μ.χ.
Στο χρονικό αυτό διάστημα συμβαίνουν δύο βασικά γεγονότα. Το ένα αφορά την καταστροφή των ηπειρωτικών πόλεων, από τους ρωμαίους και το δεύτερο, αφορά τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών που γίνονται από τον βορρά προς την ηπειρωτική γη.
Στα 168 π.χ. οι λεγεώνες του ύπατου αρμοστή της Ρώμης Αιμίλιου Παύλου, εμφανίζονται στην Ήπειρο και καταστρέφουν 70 πόλεις. Σκοτώνουν χιλιάδες και κατά μια εκδοχή συλλαμβάνουν 150.000 αιχμαλώτους, τους οποίους στέλνουν δούλους στην Ρώμη. Η Ήπειρος καταστρέφεται. Ισοπεδώνεται. Όσοι απέμειναν έτρεξαν να βρουν καταφύγιο σε πόλεις, όπως η Αμβρακία, τις οποίες δεν κατέστρεψαν οι ρωμαίοι. Η ζωή στην ύπαιθρο ελάχιστη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν πήγε να αναγείρει την Νικόπολη ο Αύγουστος, για να του θυμίζει την νίκη του στο ΄Άκτιο της Πρέβεζας το 31 π.χ. κατά του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, δεν βρήκε εργατικά χέρια στην Ήπειρο και υποχρεώθηκε να αναγκάσει τους Ακαρνάνες και τους λιγοστούς Αμβρακιώτες, να εργαστούν στο μεγάλο του έργο.
Σε μια τέτοια περίπου κατάσταση βρισκόταν από πλευράς πληθυσμού η περιοχή, όταν τον 6ο αιώνα, άρχισε σιγά-σιγά στην αρχή και μαζικότερα στην συνέχεια, η μετακίνηση των σλαβικών φυλών. Ακολούθησαν οι βλάχικες και μετά οι αλβανικές φυλές.
Να πάρουμε όμως τα γεγονότα με την ιστορική τους σειρά.
Πρώτα λοιπόν ήρθαν οι σλάβοι. Η μετακίνησή τους δεν έγινε ομαδικά αλλά διήρκεσε περίπου δύο αιώνες. Από τον 6ο μέχρι τον 8ο μ.χ. Εγκαθίστανται σε μια χώρα, την Ήπειρο, με αραιό πληθυσμό και με «έντονη λειψανδρία». όπως αναφέρει και ο Στέφανος Μπέτης στο βιβλίο του «Ονοματολογία των χωριών του νομού Ιωαννίνων», για να προσθέσει:
«...Ήρθαν σε επιμιζία και επιγαμίες με τον ντόπιο πληθυσμό, οι δε απόγονοί τους, θρεμμένοι στη μεγάλη τους πλειοψηφία με Ελληνικό γάλα και με την βοήθεια της εκκλησίας, του στρατού και του κράτους του Βυζαντίου, εξελληνίστηκαν με τον καιρό τελείως, για να απομείνουν μόνα ίχνη της διάβασής τους από εδώ, αυτά τα τοπωνυμία..»

Τι λοιπόν είχε συμβεί;
Μετά την καταστροφή της περιοχής από τον Αιμίλιο Παύλο, ο γηγενής πληθυσμός δέχεται νέο πλήγμα με την κάθοδο των Αβάρων στα 587 μ.χ. όπως αναφέρει το Χρονικό της Μονεμβασιάς.
Μια ακόμη ιστορική πηγή, (είναι οι τρεις επιστολές του πάπα- Γρηγορίου που γράφτηκαν από το 603 ως το 604 μ.χ.) κάνει λόγο για την καταστροφή της πόλης Εύροιας, λέγοντας ότι ανάλογη τύχη είχαν και άλλες πόλεις της Ηπείρου.
Αυτή λοιπόν ήταν η εικόνα που παρουσιάζει η περιοχή, όταν άρχισε η κάθοδος των σλάβων. Μάλιστα υπάρχει και η εκτίμηση ότι οι τότε αυτοκράτορες του Βυζαντίου, ευνοούν την μετακίνηση αυτή, προκειμένου να αποκτήσει κατοίκους η επαρχία της Ηπείρου, αδιαφορώντας τον εθνικό χαρακτήρα των εποίκων.
Από το βιβλίο του Στέφανου Μπέτη παραθέτω την παράγραφο που κάνει λόγο για τον εποικισμό.
«...Η αυτοκρατορία, γράφει ο ιστορικός Jorga, εζήτει να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερον αριθμόν ζώντων εντός των συνόρων της, χωρίς να ενδιαφέρεται δια τον εθνικόν χαρακτήρα των επυλίδων...» Ο ίδιος ο Jorga ερμηνεύοντας τον τρόπο εισόδου των σλάβων στα Βαλκάνια σημειώνει ότι «...η διάβασίς τους ηυνοήθη υπό των βυζαντινών οι οποίοι ήσαν ευτυχείς διότι εδέχοντο πληθυσμούς ερχόμενους από την αριστερά όχθην του Δουνάβεως...»
Οι σλάβοι ήταν ένας λαός κτηνοτροφικός και γεωργικός. Στην μετακίνησή τους προς τις νέες γι΄ αυτούς χώρες, εγκαθίστανται σε περιοχές όπου μπορούν να καλλιεργήσουν. Άγνωστοι σε άγνωστα μέρη, δημιουργούν οικισμούς, δίνοντας σ΄ αυτούς ονομασίες, προερχόμενες από κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοχής.
Τα Δολιανά για παράδειγμα σημαίνει στα σλαβικά (γιατί είναι σλαβική λέξη) «χαμηλός τόπος» Ο λόφος που είναι χτισμένος ο οικισμός είναι πιο χαμηλός, σε σχέση με τα γύρω βουνά.

Πογδόριανη (ο Παρακάλαμος) σημαίνει υποβούνιος. Και πράγματι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Παρακαλάμου είναι ότι βρίσκεται χτισμένος σε πεδιάδα, υπό τα γύρω βουνά.
Παρασπόρια σημαίνει τόπος ξερικός κλπ.

Ετσι λοιπόν, οι νέοι αυτοί κάτοικοι, δίνουν ονομασίες στις τοποθεσίες της νέας τους πατρίδας. Δημιουργούν, σαν νομαδικός λαός που είναι, πολλούς μικρούς οικισμούς οι οποίοι στην συνέχεια έγιναν χωριά, διατηρώντας την σλαβική ονομασία τους.Επικράτησαν τα ονόματα αυτά όχι μόνο σε χωριά, αλλά και σε τοποθεσίες, πιθανότατα για γιατί πριν από αυτά δεν υπήρχε τίποτε. Δεν υπήρχε ελληνικός πληθυσμός, που να είχε δώσει τις δικές του ονομασίες, σε χωριά και σε τοποθεσίες.
Γενικά ο μεγάλος αριθμός χωριών με σλαβικές ονομασίες και τα δεκάδες τοπωνυμία σε ολόκληρη την ΄Ήπειρο, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι αποτέλεσμα του σλαβικού εποικισμού, οι οποίοι, σύμφωνα και με τον Λαμπρίδη, κατέκλυσαν την περιοχή των Κουρέντων και του Ζαγορίου. Στις περιοχές αυτές άλλωστε, συναντάμε μεγάλο αριθμό σλαβικών ονομασιών.
Σημειώστε αυτή την παρατήρηση, γιατί θα μας χρειαστεί στην συνέχεια, όταν θα διατυπώσω το σκεπτικό μου για την ίδρυση του Λιθίνου, το οποίο διοικητικά υπάγεται στην περιφέρεια των Κουρέντων και έχει ΕΛΛΗΝΙΚΟ όνομα.
Προς το παρόν, συνεχίζουμε την αφήγησή μας στην μετακίνηση των πληθυσμών, για να πούμε ότι μετά τους σλάβους, ακολουθούν οι βλάχοι, οι οποίοι μένουν όμως στα βουνά της Πίνδου και συνεπώς δεν μας επηρεάζουν σαν περιοχή.
Μετά τους βλάχους στα μέσα του 14ου αιώνα εμφανίζονται οι αλβανοί. Οι διάφορες αλβανικές φυλές καταλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρη τη Ήπειρο (στο οποίο πια υπάρχει το Δεσποτάτο της Ηπείρου ). Αδυνατούν να καταλάβουν το κάστρο των Ιωαννίνων, καίτοι χρησιμοποίησαν για τον σκοπό, αυτό κάθε δυνατό μέσο. Μάλιστα όπως αναφέρει και ο Λέανδρος Βρανούσης στο βιβλίο του «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ» στις 26 Φεβρουαρίου του 1379, γίνεται στην λίμνη Παμβώτιδα ναυμαχία, όταν αλβανοί επιχείρησαν να καταλάβουν το κάστρο.
Για την μετακίνηση των αλβανικών φυλών γίνεται λόγος και στο ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΤΟΚΚΩΝ γραμμένο στο χρονικό διάστημα 1411-1425. Καλύπτει δε την χρονική περίοδο 1380-1425.
(
οι Τόκοι είναι ευγενείς από την Κεφαλονιά που κλήθηκαν να διοικήσουν το Δεσποτάτο της Ηπείρου μετά τον θάνατο του Θωμά Πρελούμπιου το έτος 1384).
Εκεί αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια της δεσποτείας του Κάρολου Τόκου και λίγο νωρίτερα, περί τα τέλη του 14ου αιώνα, αρχές 15ου, σημειώνεται ειρηνική κάθοδος αλβανών προς την Νότια Ήπειρο. Οι αλβανοί δεν χρησιμοποιούν τις κεντρικές αρτηρίες αλλά τις κοιλάδες του Κασιδιάρη-Μεγαλόγγου. Πιθανά κάποιοι από αυτούς να εγκαθίστανται στο Λίθινο.
Επισημαίνω ότι η χρονική περίοδος ειρηνικής εγκατάστασης των αλβανών στην περιοχή, που μνημονεύει το Χρονικό των Τόκων, συμπίπτει με αυτή που ο Λαμπρίδης υποστηρίζει ότι οι Αλβανοί εγκαθίστανται στα χωριά της περιοχής ΚΑΙ στο Λίθινο. Ένα στοιχείο σημαντικό, σε μας για την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας μας σχετικά με την ίδρυση του χωριού.
Όλα αυτά λοιπόν είναι χρήσιμα, προκειμένου να γίνει στον αναγνώστη κατανοητή η επιχειρηματολογία που θα αναπτύξω, σχετικά με την ίδρυση του πρώτου οικισμού του Λιθίνου. Θα στηριχθώ εδώ σε αποσπάσματα από τα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ του ΛαμπρίδηΤο Λίθινο, μαζί με 85 άλλα χωριά, υπάγεται στην διοικητική περιφέρεια της επαρχίας Κουρέντων. Μια επαρχία ιδιαίτερα μεγάλη σε έκταση η οποία, κατά τον Λαμπρίδη, ορίζεται ως εξής:
Περιλαμβάνει το βόρειο της κοιλάδας των Ιωαννίνων. Δυτικά εκτείνεται μέχρι των ορίων των Φιλιατών, Βόρεια μέχρι τα Ζαγοροχώρια και ως το Χαν-Καλπάκη, το οποίο κατασκεύασε πολύ αργότερα ο Αλής. Γειτνιάζει με το Πογώνι και Νότια με την Παραμυθιά. Όριο των δύο περιοχών είναι το ποτάμι της Τύριας.
Το Λίθινο ανήκει στο Δυτικό διαμέρισμα της επαρχίας, μαζί με τα χωριά: Δολιανά, Μόσιορη, Μαυρονόρος, Παρακάλαμος, Κουκλιοί, Γκρίμπιανη (Αρετή), Μαζαράκι, Γλίζιανη, Σιούτιστα, Μπριάνιστα (Βασιλόπουλο), Ριάχοβο, Ράϊκο, Κάτω Σούλη, Γκρετσούνιστα (Δεσποτικό) Ριζό, Λάλιζα (Λαχανότοπος), Κοσόλιανη (Αετόπετρα), Τσιαρκοβίστα (Εκκλησοχώρι ) και Γρανιτσοπούλα.
Τα μεν δώδεκα πρώτα χωριά (έως και το Ριάχοβο), μαζί με την Βροντισμένη, βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της κοιλάδας του Καλαμά τα δε υπόλοιπα, μαζί με το Λίθινο, τους Κουτρουλάδες, το Μπουρντάρι, το Άνω Σούλη, Γκρίμποβο, Βροσύνα, Λεπτοκαρυά, Μάζια, Γρανίτσα και Μπράνια, αποτελούν το νότιο τμήμα της κοιλάδας του Καλαμά.
Στα Κούρεντα, υποστηρίζει ο Λαμπρίδης, μόνο η Ελληνική γλώσσα ακούγεται. Πολλών δε χωριών, τόσο της περιοχής των Κουρέντων, όσο και της Τσιαρκοβίστας, η οποία αποτελούσε το δεύτερο μεγάλο οικονομικό και διοικητικό κέντρο της περιοχής, το όνομα είναι Ελληνικότατον, όπως για παράδειγμα το Ριζό το Λίθινο το Νεοχώρι κλπ.
Ελληνικό λοιπόν όνομα και ας αναζητήσουμε την προέλευσή του.
Ο Πολυχρόνης Βελογιάννης, ο οποίος διατέλεσε δάσκαλος στο Δημοτικό σχολείο του Λιθίνου από το 1958 μέχρι και το 1972, ( Η καταγωγή του από την Καρίτσα) στα 1970 γράφει ένα δοκίμιο αποτελούμενο από 19 χειρόγραφες σελίδες, για την ιστορία τους θρύλους και τις παραδόσεις του χωριού. Στο κεφάλαιο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ αναφερόμενος στην ονομασία του Λιθίνου υποστηρίζει:
«...Το χωριό έφερε πάντοτε το όνομα. Για την ονομασία του υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη είναι ότι πήρε το όνομά του από τους πελώριους βράχους επί των οποίων στηρίζεται ο λόφος πάνω στον οποίο είναι κτισμένο το χωριό. Η άποψη αυτή όμως δεν ευσταθεί γιατί πολλά χωριά βρίσκονται σπαρμένα σε βραχώδη μέρη κι όμως δεν πήραν το όνομα «Λίθινο». Επικρατέστερη είναι η δεύτερη εκδοχή. Σύμφωνα με αυτή, στην κορυφή του λόφου, που δεσπόζει του χωριού, προτού ακόμη κτιστεί τούτο, βρέθηκε ένα λίθινο άγαλμα στο κτήμα του Κώστα Πάνου.

Το άγαλμα βρέθηκε από τον πατέρα του Μαζαράκη Αινεία. Αυτός διωγμένος , μάλλον από τους τούρκους έφυγε και πήγε στην Πολωνία, στην οποία προόδευσε και έφθασε μέχρι τον βαθμό του στρατηγού. Απ αυτόν κατάγεται και η μεγάλη οικογένεια των Μαζαράκηδων. Λέγεται δε ότι το άγαλμα αυτό ήταν της θεάς Αθηνάς, το οποίο μεταφέρθηκε στο μαντείο της Δωδώνης και από εκεί προωθήθηκε αργότερα στην Αθήνα.
Το χωριό -
συνεχίζει ο κος Βελογιάννης-κτίστηκε περί το 1820 στην τοποθεσία αυτή που βρέθηκε το Λίθινο άγαλμα το οποίο προφανώς χάρισε και τ΄ όνομά του «Λίθινο»
Σε ό,τι αφορά την ιστορία ανεύρεσης του λίθινου αγάλματος της θεάς Αθηνάς, ο κος Βελογιάννης λέει ότι την πληροφορία αυτή του την διηγήθηκε ο Κωνσταντίνος Παπαχρήστος ο οποίος υποστήριξε ότι την διάβασε σε ένα βιβλίο το οποίο όμως χάθηκε.
Θα μου επιτρέψει ο σεβαστός δάσκαλος να διαφωνήσω σε ορισμένες από τις επισημάνσεις του και στις δύο εκδοχές που χρησιμοποιεί. Κατ΄ αρχάς δεν είναι τεκμηριωμένη δικαιολογία να λέει κανείς ότι αφού το χωριό κτίστηκε πάνω σε λόφους με πελώρια βράχια και πήρε το όνομα Λίθινο, τότε και τα υπόλοιπα χωριά που είναι χτισμένα σε βραχώδεις λόφους, θα έπρεπε να πάρουν και αυτά το όνομα Λίθινο. Αυτό ακούγεται κάπως αυθαίρετο ή αν θέλετε δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο. Βέβαια αν υπήρχε κάπου το βιβλίο με την ιστορία του αγάλματος τότε θα μπορούσε να πει κανείς ότι υφίσταται ένα ντοκουμέντο. Υπάρχουν όμως και κάποιες άλλες ιστορικές παρατυπίες, όπως για παράδειγμα ότι το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Αρχαία Δωδώνη. Πότε έγινε αυτό. Αν δεχτούμε ότι το χωριό χτίστηκε μετά την εύρεση του αγάλματος στα 1820, τότε υπάρχει ιστορική πλάνη για την Αρχαία Δωδώνη. Και αυτό γιατί μέχρι το 1875 το ιερό αυτό μνημείο ήταν θαμμένο κάτω από εκατομμύρια κυβικά χώμα και κανείς δεν γνώριζε την ακριβή του θέση.
Θυμίζουμε ότι η Δωδώνη καταστρέφεται από τους Αιτωλούς το 219 π.χ. Χτίζεται και καταστρέφεται πάλι αυτή την φορά από τον Αιμίλιο Παύλο, το 168 π.χ. καταστρέφεται και πάλι το 30 π.χ. και ουσιαστικά από τότε χάνεται, υποβαθμίζεται ως ιερός χώρος. Ώσπου η αρχαιολογική σκαπάνη του Κ. Καραπάνου εντοπίζει την περιοχή του ιερού στο 1875. Οι ανασκαφές συνεχίζονται από τον καθηγητή Γ. Σωτηριάδη το 1921 και διακόπτονται λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής. Το 1928 το έργο των ανασκαφών συνεχίζει ο καθηγητής Δ. Ευαγγελίδης μέχρι το 1935, ενώ η ολοκλήρωσή του γίνεται από τον Σωτήρη Δάκαρη στο διάστημα 1952-1959. Άρα δεν μπορούμε να δεχθούμε ως λογική την άποψη ότι το άγαλμα πήγε σ΄ έναν χώρο τον οποίο ακόμη οι επιστήμονες δεν είχαν ανακαλύψει και φυσικά αποκαλύψει.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη εκτίμηση για το όνομα. Αυτή που καταθέτει ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ.

«... Χωριό του δυτικού διαμερίσματος της επαρχίας πέρα του Καλαμά όπου και δίπλα του το περίφημο Θεογέφυρο. Σ΄ αυτό πιθανότατα, αν ο λόγος δεν είναι ότι είναι χτισμένο πάνω σε βράχο (λίθο) χρωστάει και το όνομά του. Λίθινο, δηλ. γιοφύρι ή χωριό, όπου το λίθινο γιοφύρι, σε διάκριση από τ’ άλλα επί του Καλαμά όλα τους τότε ξύλινα...»
Θεωρώ περισσότερο λογική την άποψη ότι το χωριό πήρε το όνομα γιατί βρίσκεται σε έναν λόφο με λίθους

Ας επιστρέψουμε τώρα στο αρχικό μας θέμα.
ΠΟΤΕ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ;
Αρχίζω από την ΒΑΣΙΚΗ διαπίστωση ότι το όνομα του χωριού είναι ΕΛΛΗΝΙΚΟ.
Είπα πιο πάνω και δικαιολόγησα το γεγονός, γιατί πολλά χωριά του νομού έχουν ονόματα σλαβικών λέξεων. Αν λοιπόν δεχθούμε ως πραγματικό το γεγονός ότι οι σλάβοι δημιούργησαν οικισμούς αλλά όχι όλους (κάποιους από αυτούς τους δημιούργησαν έλληνες που έφυγαν από τις πόλεις), τότε πολύ πιθανά το Λίθινο να ανήκει σ΄ αυτή την κατηγορία. Στην κατηγορία δηλαδή των χωριών που δημιουργήθηκαν από έλληνες κατοίκους της περιοχής γι΄ αυτό και έχουν ελληνικά ονόματα.
Ειλικρινά προβληματίστηκα πάρα πολύ όταν διάβασα τον Λαμπρίδη στα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ο οποίος κάνει τις εξής ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ κατά την γνώμη μου επισημάνσεις.
«...Κατά τον 13ον αιώνα ή αρχομένου του 14ου αλβανοί εισέβαλαν και εις την παλαιάν Ήπειρον και εν Άρτη και παρά το Πογώνη και τα όχθας του Αχελώου κατ΄ αρχάς αποκατέστησαν...»

Και πιο κάτω:
«...Αλβανοί κατώκοισαν και εις τα Κούρεντα, ιδίως εις το δυτικόν αυτών διαμέρισμα και τα παρακείμενα, όπερ εκ των αλβανικών ονομάτων διαφόρων χωριών μαρτυρείτε, Οίον Σούλη, Μπουτσαρά, Μαζαράκη, Μπριάνιστα , Δελβινακόπουλο.
Πλην δε τούτων και οι εξισλαμισθέντες εις Λίθινον ωμίλουν Αλβανιστί, ως εξ αντιγραφών αποσπασμάτων του Κουβαρά εξάγεται .».
Υπάρχουν λοιπόν εδώ δύο σημαντικές πληροφορίες τις οποίες και θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω, αφού πρώτα διευκρινίσω στον αναγνώστη ποιος είναι αυτός ο «Κουβαράς» τον οποίο επικαλείται ο ιστορικός.
Πρόκειται ουσιαστικά για χειρόγραφα τα οποία κατέγραφαν γεγονότα με βάση επιγραφές και ενθυμήσεις που βρισκόταν σε κτίρια, εκκλησίες, εικόνες, αγιογραγραφίες, εκκλησιαστικά βιβλία κλπ Αυτά λοιπόν τα ντοκουμέντα υποστήριξε ότι είχε βρει ο Λαμπρίδης και από αυτά αντλούσε τις ιστορικές του πληροφορίες για την συγγραφή των βιβλίων του.
Εδώ ουσιαστικά είναι και η βάση αυτών που αμφισβητούν την εγκυρότητα των πληροφοριών που δίδει ο συγγραφέας. Αλλά για αυτό μιλήσαμε πιο πάνω. Κάποιοι αμφισβητούν και κάποιοι άλλοι, θα έλεγα οι περισσότεροι, εκτιμούν την εγκυρότητα των κειμένων του Λαμπρίδη και στηρίζουν πάνω σ΄ αυτά ολόκληρες διατριβές .
Άλλωστε εκτιμάτε ότι ο πρώτος που εντόπισε τον Κουβαρά ήταν ο Αραβαντινός, και πως πάνω στα στοιχεία αυτά στήριξε πολλά απ΄ όσα περιλαμβάνει στο βιβλίο του Χρονογραφία της Ηπείρου.
Οι Αλβανοί λοιπόν δεν κατέλαβαν τα Γιάννινα, αλλά εγκαταστάθηκαν στις γύρω περιοχές και κύρια στην δυτική πλευρά του Καλαμά, όπου γεωγραφικά βρίσκεται και το Λίθινο. Σύμφωνα με τον Λαμπρίδη εγκαταστάθηκαν και σ΄ αυτό.
Πότε όμως έγινε αυτή η μετακίνηση των αλβανών;
Όπως ιστορικά έχει αποδειχθεί, στις αρχές του 14ου αιώνα.
Ας χρησιμοποιήσουμε ως βάση την χρονολογία 1379 τότε που επιχείρησαν να καταλάβουν τα Γιάννινα, αφού πρώτα είχαν καταλάβει τις γύρω περιοχές. Αυτό σημαίνει ότι βρισκόταν στην Ήπειρο λίγα χρόνια πριν από το 1379, κάτι που το επιβεβαιώνει και το Χρονικό των Τόκων, όπως σημειώσαμε.
Στο δεύτερο απόσπασμα που δημοσιεύουμε πιο πάνω, μαθαίνουμε ότι κάποιοι κάτοικοι της επαρχίας Κουρέντων, μεταξύ αυτών και του Λιθίνου, εξισλαμίσθηκαν και άρχισαν να ομιλούν τα αλβανικά. Αυτό σημαίνει ότι ο Λαμπρίδης και τα κείμενα του Κουβαρά, δέχονται ότι το Λίθινο υπήρχε την εποχή που οι αλβανοί κατέλαβαν την περιοχή. Άρα υπήρχε τουλάχιστον πριν από το 1379.
Να συνεχίσουμε όμως τις επισημάνσεις μας, μελετώντας τα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ.
«...Οι μωαμεθανοί ου μόνον επί κατακτήσεως της Ηπείρου, πολλούς των μαχίμων αλβανών δια πολλών θυσιών προσωκειώθη-καν και το θρήσκευμα αυτών, αυτοίς μετέδωκαν, σχηματίσαντες ούτω κέντρα έκτοτε εξομωτών Τόσκων, Λιάπιδων και Τσιάμηδων...», για να συνεχίσει πιο κάτω:

«...Οι μεν εις τα χωρία των Κουρέντων Γκριτσούνισταν, Ριάχοβον, ΛΙΘΙΝΟΝ, και Μπριάνισταν ευρεθέντες μετά την κατά-κτηση αλβανοί, πάντες ευθύς ησπάσθησαν το νέον θρήσκευμα...»
Είναι ένα ακόμη σημαντικό σημείο της αναφοράς του Λαμπρίδη για το Λίθινο.
Τι μας λέει με απλά λόγια.
Όταν οι μωαμεθανοί κατέκτησαν την Ήπειρο, οι αλβανοί που κατοικούσαν στο Λίθινο, ασπάστηκαν το νέο θρήσκευμα. Τον Μωαμεθανισμό.
Πότε όμως γίνεται αυτό;
Η κατάκτηση των Ιωαννίνων και της ευρύτερης περιοχής από τους τούρκους συντελείτε το 1430. Για την ακρίβεια οι προύχοντες Καστρινοί των Ιωαννίνων παραδίδουν τα κλειδιά της πόλης στις 9 Οκτωβρίου του 1430.
Εφ’ όσον δεχθούμε ως πραγματική και αυτή την πληροφορία του Λαμπρίδη (ότι δηλαδή αλβανοί κάτοικοι του χωριού ασπάστηκαν την νέα θρησκεία) τότε το Λίθινο προϋπήρχε του 1430.
Αν παρ’ όλα αυτά ο οικισμός δημιουργείται μεταξύ των δύο χρονολογιών 1379 και 1430 από τους αλβανούς, οι οποίοι εγκαθίστανται εκείνη την χρονική περίοδο στην Νότια Ήπειρο, κατά το Χρονικό των Τόκκων, αλλά και τον Λαμπρίδη, τότε δεν θα ήταν περισσότερο λογικό να είχε αλβανικό όνομα και όχι Ελληνικό, όπως έχουν κάποια άλλα χωριά της περιοχής;
Με αυτή την λογική όμως οδηγούμαστε στο γεγονός ότι το Λίθινο υπήρχε ως οικισμός πριν από το 1379.
Σε ένα κείμενο της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων υπάρχει η εκτίμηση, η εκδοχή αν θέλετε, ότι το χωριό κτίστηκε στα υστεροβυζαντινά χρόνια. Η εποχή αυτή προσδιορίζεται από το 1204 μ.χ. με την κατάληψη της Πόλης από τους Φράγκους, κατά την 4η Σταυροφορία, μέχρι το 1453 που έχουμε την άλωση της Πόλης από τους τούρκους.
Εφ΄ όσον και η εκτίμηση της υπηρεσίας είναι σωστή, τότε αυτή (η εκτίμηση) χρονικά συμπίπτει με τα γεγονότα που αναφέρει ο Λαμπρίδης.
Άρα το Λίθινο, με βάση τα δεδομένα που αναπτύξαμε, θα πρέπει να υφίσταται σαν οικισμός κάπου στις αρχές του 13ου αιώνα .
Αν ακόμη υποθέσουμε ότι το Λίθινο δημιουργείται ως οικισμός πολύ αργότερα, από τον 13ο αιώνα. Είναι δηλαδή ένα χωριό το οποίο γίνεται στην εποχή της αλβανοκρατίας ή της τουρκοκρατίας, τότε δεν θα ήταν πιο λογικό οι περισσότερες τοποθεσίες να έχουν αλβανικές ή τούρκικες ονομασίες;
Δεν είναι πιο λογικοφανής η σκέψη ότι, αν το Λίθινο είχε χτιστεί στην εποχή όπου οι αλβανοί είχαν καταλάβει την Ήπειρο, θα έπρεπε να υπήρχαν περισσότερες ονομασίες στηριγμένες στην αλβανική γλώσσα;
Το ίδιο δεν θα έπρεπε να συμβεί και στην περίπτωση που το χωριό χτιζόταν στην εποχή της τουρκοκρατίας;
Είναι λοιπόν προς διερεύνηση πως οι τοποθεσίες με σλαβική ετυμολογία λέξεων όπως: Παρασπόρια, Γραβάνια, Βουτσέτσια, Μούρσες, Νύστες, Ντιμπλά, Καμπίς, Μαύροβες κλπ, έγιναν γνωστές μέχρι σήμερα και μάλιστα συνυπάρχουν με τις ελληνικότατες λέξεις, ονομασίες, επίσης περιοχών, όπως: Αμπέλια, Άμμος, Κερασιές, Θεογέφυρο, Λίθινο, Γαϊδουρόραχη, Κούκου-Λιθάρι κλπ.
Η εξήγηση είναι απλή αν δεχθούμε την άποψη ότι από την εποχή της μετακίνησης των σλάβων, έμειναν κάτοικοι, οι οποίοι διατήρησαν τις ονομασίες με σλαβική ετοιμολογία.
Αυτοί λοιπόν είναι κάποιοι δικοί μου προβληματισμοί σχετικά με την χρονολογική παρουσία του Λιθίνου. Πρέπει να τονίσω για μια ακόμη φορά ότι η συλλογιστική που ανέπτυξα στηρίζεται σε κάποιες ιστορικές μαρτυρίες και σε κάποιες λογικές, κατά την γνώμη μου, ερμηνείες γεγονότων. Είναι δε στην διάθεση κάθε καλόπιστης κριτικής. Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να παραθέσω και το οποίο ανατρέπει την συλλογιστική του Πολυχρόνη Βελογιάννη, σύμφωνα με την οποία το Λίθινο χτίστηκε κάπου το 1820, είναι και οι σφραγίδες της Μονής Πατέρων που βρίσκονται στις επιστολές των ηγουμένων Αγαπίου και Κλήμεντα.
Επιστολές γραμμένες στα 1806, 1830, 1831και 1832.
Σφραγίδες πάνω στις οποίες αναγράφεται ΜΟΝΗ ΠΑΤΕΡΩΝ ΛΙΘΙΝΟΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ.
Και μόνο αυτό το ντοκουμέντο φανερώνει ότι αν μη τι άλλο, το Λίθινο υπήρχε πριν το 1806. Θα έλεγα πολύ πριν, ερμηνεύοντας αυτό και μόνο το στοιχείο της σφραγίδας.
Δεν μπορεί ένα μοναστήρι, μεγάλο και τρανό, να χρησιμοποιεί στην σφραγίδα του, προσδιορίζοντας έτσι την γεωγραφική περιοχή στην οποία βρίσκεται, το όνομα ενός οικισμού άγνωστου, νέου και ασήμαντου; Πολύ δε περισσότερο όταν κοντά του βρίσκεται ένας μεγαλύτερος και πιο γνωστός οικισμός. Η Ζίτσα.
Χρησιμοποιεί όμως το Λίθινο.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικισμός ήταν παλαιός, γεγονός που μας οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι ΒΑΣΙΚΑ το Λίθινο έχει χτισθεί πολύ πριν το 1800. Επίσης το στοιχείο αυτό ενισχύει την άποψη του Λαμπρίδη, την οποία καταχωρήσαμε πιο πάνω, με τις απαραίτητες ερμηνείες.
Και κάτι ακόμη.
Ο Νίκος Κακαϊδής στο βιβλίο του: Η ΚΡΕΤΣΟΥΝΙΣΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΧΡ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ, έκδοση Αδελφότητας Δεσποτικού Ιωαννίνων, Αθήνα 1987 στις σελίδες 54 και συνέχεια κάνει αναφορά σε μια πανηγυρική ομιλία του Χρ. Χρηστοβασίλη στις 24 Αυγούστου του 1930 στην Κρετσούνιστα. Ομιλία που έγινε κατά την διάρκεια εκδήλωσης με ευκαιρία συμπλήρωσης εκατό χρόνων της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Μια ομιλία, όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας, που αποσπάσματά της δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα των Ιωαννίνων ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ από τις 26 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, σε συνέχειες.
Ο Χρ. Χρηστοβασίλης κατέθεσε στην ομιλία του αυτή μια σημαντική πληροφορία για το Λίθινο.
«...Περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, ήτοι περί τα 1750 εξωμόται Αλβανοί επεχείρησαν να μεταστρέψουν δια της βίας εις τον Μωαμεθανισμόν την επαρχίαν των Κουρέντων...»
Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειαςκάποιος αλβανός, Ο Γιαννούς Αλής, επικεφαλής ομάδας δώδεκα λιάπηδων «... συνετέλεσε ταχέως ώστε να εξωμόσει το μεγαλύτερον μέρος των Κουρέντων... να εξωμόσει το παρακείμενον Λίθινον ένθα εκτίσθη ωσαύτως τζαμί...»
Δεν γνωρίζω τις πηγές από τις οποίες ο διηγηματογράφος-συγγραφέας Χρήστος Χρηστοβασίλης άντλησε αυτή την πληροφορία. Από την πλευρά μου την καταγράφω σαν ιστορικό στοιχείο που ενισχύει το σκεπτικό ίδρυσης του Λιθίνου. Αν μη τι άλλο, σαν στοιχείο που θέλει το Λίθινο να υπάρχει ως οικισμός το 1750 και που αυτό σημαίνει ότι για να υπάρχει το 1750 είχε δημιουργηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα.
Σημαντικό επίσης είναι και το στοιχείο που μας λέει για την ανέγερση τζαμιού στο χωριό.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν ο Λαμπρίδης γράφει τα ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΜΕ-ΛΕΤΗΜΑΤΑ το 1888, το Λίθινο υπήρχε σαν χωριό. Αυτό έχει πια αποδειχθεί ιστορικά.
Η επιφύλαξη που μπορεί να διατυπωθεί από κάποιον είναι: Το 1888 γνωρίζοντας την ύπαρξη του Λιθίνου, πιθανά παρασύρεται από το γεγονός και το αναφέρει ως οικισμό στα τέλη του 13ου αιώνα, απλά και μόνο για να διευκολύνει τον αναγνώστη του στον προσδιορισμό της γεωγραφικής περιοχής εγκατάστασης των αλβανών. Μήπως δηλαδή παρασυρόμενος από κάτι δεδομένο στην εποχή του, αναγάγει αυτό το δεδομένο στο παρελθόν, προκειμένου να προσδιορίσει γεωγραφικά την περιοχή εγκατάστασης των αλβανών;
Γιατί όμως να κάνει κάτι τέτοιο όταν, η συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, προσδιορίζεται πάρα πολύ εύκολα. Θα μπορούσε να την πει «στην δεξιά όχθη του Καλαμά». Να χρησιμοποιήσει το Θεογέφυρο ως χώρο αναφοράς, να αναφέρει την Γκρετσούνιστα, αφού εκεί υπήρχε αρχαίος οικισμός και άρα ήταν γνωστή η θέση της. Γιατί δηλαδή να αναφέρει την ύπαρξη του Λιθίνου, αν αυτό δεν υπήρχε και να μπει έτσι σε ιστορική αμφισβήτηση όλο το έργο του;
Γιατί διακινδυνεύει κάτι τέτοιο, όταν γνωρίζει ότι το έργο του και ο Κουβαράς, τον οποίο επικαλείται, θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για πολλούς ιστορικούς ερευνητές, κάτι που θα πρέπει να τον κάνει ιδιαίτερα προσεκτικό στα όσα γράφει;
Τελικά κάνει τόσο κόπο να συγκεντρώσει στοιχεία για την ιστορία της Ηπείρου και στην συνέχεια τα παραθέτει ελαφρά τη καρδία; Χωρίς να νοιάζεται για την ιστορική παραπλάνηση που θα δημιουργήσει στον μελλοντικό ιστορικό ερευνητή, ο οποίος μοιραία θα βασισθεί ΚΑΙ ΣΕ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, προκειμένου να αποδείξει κάτι;
Προσωπικά δεν νομίζω ότι μπορεί να λειτούργησε με αυτή την λογική και συνεπώς δέχομαι ότι οι αναφορές του στο Λίθινο έχουν μια σωστή βάση. Εκείνο που με κάνει επιφυλακτικό είναι η χωρίς την θέλησή του ιστορική παραπλάνηση του συγγραφέα.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Στο κεφάλαιο αυτό θα προσπαθήσω να καταγράψω κάποιες ιστορικές μαρτυρίες που αφορούν το χωριό και την περιοχή.
Ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ σημειώνει ότι κατά την παράδοση των Ιωαννίνων στις 9 Οκτωβρίου 1430, εκπρόσωποι από 34 Κουρεντοχώρια από τα αρχαιότερα της επαρχίας αυτής, μαζί με Ζαγορίσιους πήγαν και προσκύνησαν τον τούρκο στρατηγό Σινάν Πασά και ζήτησαν αυτονομία, αυτοδιοίκηση και πλήρη ατέλεια, πράγμα που πέτυχαν. Τέθηκαν έτσι σε προνομιακή θέση και υπό την προστασία της βασιλομήτορος (Βαλιδέ Σουλτάνας).
Το Λίθινο δεν είναι μεταξύ των χωριών που προσκύνησαν.
Το 1806 ο γάλλος πρόξενος ΠΟΥΚΕΒΙΛ επισκέπτεται το χωριό το οποίο χαρακτηρίζει
Fable village  δηλαδή χωριό μύθος. Άγνωστο τι ακριβώς θέλει να πει με αυτόν τον χαρακτηρισμό αφού- όπως σημειώνει και ο Στέφανος Μπέττης στα ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ του- πέρα από τον χαρακτηρισμό αυτόν, δεν λέει τίποτε περισσότερο για το χωριό.
Τι όμως συνέβη κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821; Ποια στάση κρατούν τα χωριά της περιοχής;
Οι πληροφορίες που υπάρχουν είναι ελάχιστες. Ο Μπέττης αναφέρει την ύπαρξη ενός «...μαρτυρικού με τοποχρονολογία τη 5η Απριλίου 1827 Ααμαλά, υπογραφόμενος από σημαίνοντες Ηπειρώτες και Δυτικοελλαδίτες και το οποίο αναφέρει πως μεταξύ των χωριών ή τμημάτων της επαρχίας Ιωαννίνων που έλαβον τα όπλα κατά τον παρόντα Αγώνα της Ελευθερίας ήταν, πλην των Γραμμενοχωρίων και τα Κούρεντα μέχρι και του χωρίου Κουκουλιούς...» 
Η εκτίμηση όμως του Ψαλλίδα είναι διαφορετική αφού υποστηρίζει ότι  «... χωριά μαθημένα στο ντουφέκι δεν έχουμε. Διαπιστώνουμε λοιπόν διαφορετικές εκτιμήσεις για την συμμετοχή των χωριών της περιοχής μας στην Ελληνική Επανάσταση.
Εκείνο όμως που θεωρείται βέβαιο και ιστορικά αποδεδειγμένο είναι ότι κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης -και μετά την λήξη της- η περιοχή δεινοπάθησε από άτακτους αλβανούς οι οποίοι καταλήστεψαν τις περιουσίες των χριστιανών και όχι μόνο.
Ο Μεχμέτ Ρεσίτ Πασιάς ή Κιουταχής που είχε αναλάβει στρατιωτικός διοικητής στα Γιάννινα, μετά την σφαγή του Αλή στα 1822 πήρε τα μέτρα του προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Μη ξεχνάμε ότι οι αλβανοί, στρατιωτική δύναμη του Αλή, αποτελούσαν για τον τουρκικό στρατό εχθρική δύναμη, μετά τον θάνατο του Τεπελενλή.
Στα πλαίσια αντιμετώπισης των άτακτων αλβανικών συμμοριών, έχουμε την μάχη της Βελτσίστας στις 30 Ιουλίου 1830, όπου διοικητής των τουρκικών δυνάμεων είναι ο γιος του Κιουταχή Εμήν πασιάς.
Οι αλβανοί ηττήθηκαν και υποχώρησαν στα στενά του Καλαμά κάτω από την Βελτσίστα. Εκεί στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου παθαίνουν μεγάλη καταστροφή σε βαθμό που το εκκλησάκι να πάρει τον προσωνύμιο Άγιος Νικόλαος ο Φονιάς. Το έτος 1847 εκδηλώνεται δεύτερη εξέγερση αλβανών. Γνωστή ως εξέγερση του Γκιωλέκα από το όνομα του αρχηγού της Ζεϊνέλ Γκιωλέκα. Μια επανάσταση που κράτησε για πέντε περίπου μήνες. Οι πολεμικές επιχειρήσεις, να τις χαρακτηρίσουμε έτσι, επεκτάθηκαν μέχρι και την περιοχή των χωριών «πέραν του Καλαμά»
Για τα γεγονότα αυτά ο Εμ. Γεωργιάδης στο βιβλίο του «ΖΙΤΣΑ» το οποίο εκδόθηκε στα 1889 στην σελίδα 27 του βιβλίου αναφέρει:
«...Όταν εν έτει 1847 εστασίασαν κατά της δουλείας τα χριστιανικά χωριά της δεξιάς όχθης του Καλαμά, έτρεξαν και οι Ζιτσαίοι εις βοήθειάν των, αλλά δυστυχώς συναπέτυχαν όλοι...»


ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1854

Την χρονιά εκείνη, το 1854, όπως αναφέρει ο Αραβαντινός, προκλήθηκε στην κατεχόμενη ακόμη από τους  τούρκους Ήπειρο, επανάσταση. Από τους επικεφαλείς της επανάστασης ήταν  οι Θεόδωρος Γρίβας και Νικόλαος Ζέρβας, οι οποίοι εξεστράτευσαν από την περιοχή της Αμφιλοχίας.
Εξεγέρθηκαν τότε οι περιοχές του Μετσόβου, της Λάκας Σουλίου, της Παραμυθιάς και τα χωριά Δυτικά του Καλαμά.
Ο Αραβαντινός σημειώνει στην ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ μέρος Β΄ σελ.279 (σημειώσεις που γράφτηκαν το 1866 και ήταν πρόσφατες με τα γεγονότα):
«...κατά δε την εποχήν ταύτην η ανταρσία εφήπλωσε τας ρίζας της καθ΄ όλην την Θεσπρωτίαν και κατά το πλείστον μέρος των Φιλιατών επαρχίας και της των Ιωαννίνων, μόνον των κωμών του Ζαγορίου και μέρος των χωριών των Κουρέντων μενόντων ησύχων..»
Στις 20 Φεβρουαρίου έφθασε στα Γιάννινα ο Αβδή Πασάς με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση.
Στην περιοχή του Καλαμά αρχηγός των επαναστατών ορίζεται ο Γ. Τσιάμης.
Στις 21 Φεβρουαρίου ο Θοδωρής Γρίβας ζητάει να στρατολογηθούν άτομα από τα χωριά της περιοχής. Αναφέρονται η Ζίτσα η Καρίτσα και Βελτσίστα. Με δεύτερη διαταγή από τον καπετάνιο Γιαννάκη Παπαγεωργίου αυτή την φορά προς τον επικεφαλή των εξεγερμένων της Ζίτσας ζητείται η στρατολόγηση χωρικών της περιοχής. Δεν υπάρχουν στοιχεία από ποια χωριά και πόσοι στρατολογήθηκαν.
Είναι γνωστή όμως η μάχη που έγινε στις 2 Απριλίου 1854 μεταξύ των δυνάμεων του Σουλεϋμάν Ταχήρ και των ανδρών του Παπαγεωργίου στα υψώματα μεταξύ Βελτσίστας και Αραχωβίτσας.
Στις 12 Απριλίου ο Ταχήρ επιτίθεται κατά του χωριού Ράϊκου προκειμένου να εκδιώξει τον Τσιάμη με τους αντάρτες του. Η μάχη κατέληξε στην λεηλασία του χωριού. Καίγονται εκτός από το Ράϊκου τα χωριά Κουτρουλάδες, Ιερομνήμη, Γλύζιανη, Μαζαράκι, Κοκκινόχωμα, Αραχωβίτσα, Καλοχώρι, Δραγωμή, Δελβινακόπουλο. 
Ο Τσιάμης από την πλευρά του καίει τα χωριά Ριζό, Γρανιτσοπούλα, Σουλόπουλο, Τσαρκοβίστα με το σκεπτικό να μην πέσουν στα χέρια του Ταχήρ.
Στο πόνημα του Ευαγ. Σούρλα: «Η Ήπειρος και η Αυστριακή διπλωματία» που δημοσιεύτηκε στα Ηπειρωτικά Χρονικά του 1932 σημειώνεται:
«...Πόσον δε απανθρώπως και βανδαλητικώς είχαν λεηλατήσει οι υπό του Σουλεϋμάν αγά Ταχήρ την περιοχή μεταξύ Ράϊκου και Ζίτσης καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αφού ελεηλάτησαν και παρέδωκαν εις το πυρ περί τα είκοσι χωριά ήρχισαν να καταδιώκουν τους τραπέντες εις φυγήν κατοίκους ως και τα γυναικόπαιδα τα οποία κατέφυγον υπό την προστασία του επανασταστικού σώματος ευρισκόμενο εις τας πλησίον του Ράϊκου κορυφογραμμάς..»
Για τα γεγονότα αυτά η Αμαλία Παπασταύρου κάνει αναφορά στο βιβλίο της «Η ΖΙΤΣΑ γεωγραφική και ιστορική περιγραφή» σελ 40 έκδοση 1895:
«...Κατά την επανάσταση του 1854 οι πέραν του ποταμού Καλαμά επαναστάτησαν όλοι σχεδόν και η Ζίτσα διετέλει εις πυρετώδη αναβρασμόν. Το Λίθινο και το Θεογέφυρον κατέλαβον επαναστάται, ων αρχηγός ήτον ο γνωστός εις την Αθηναϊκήν τότε κοινωνίαν φαρμακοποιός Βασίλειος Βιδεβής, εκ της οικογένειας των Φεταναίων.

Σώμα αλβανών κατέλαβε τότε την Μονήν των Πατέρων, την δε Ζίτσαν σώμα μικτόν εκ τακτικών του στρατού και ατάκτων.
Εις μάχην τινά οι αλβανοί εξετόπισαν τους αντάρτας εκ της μικράς εκκλησιάς παρά το Θεογέφυρον την οποία επυρπόλησαν και κατέστρεψαν και μόλις πριν από ολίγου καιρού ανωκοδόμησαν εκ νέου...»

Πρόκειται σαφώς για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου για την οποία μαθαίνουμε από την παραπάνω μαρτυρία ότι καταστράφηκε το 1854 και ανοικοδομήθηκε λίγο καιρό πριν από το 1895, χρονιά κατά την οποία η Αμαλία Παπασταύρου έγραψε το βιβλίο της.
Ο γνωστός Ελβετός Σλαϊφλη ο οποίος επισκέφθηκε το Θεογέφυρο το 1858 αναφέρει για τον Άγιο Νικόλαο τα εξής:
«... μικρό παρεκκλήσι από το οποίο όμως έχουν μείνει μόνο οι μαυρισμένοι τοίχοι, γιατί αφού χρησίμεψε κατά την τελευταίαν ηπειρωτικήν εξέγερση ως καταφύγιο σε ομάδα ανταρτών, κυριεύτηκε ύστερα από μάχη από τους αρβανίτες και αποτεφρώθηκε...»
Η ηπειρωτική αυτή επανάσταση δεν μπόρεσε να επιτύχει γιατί την αποκήρυξε, για διπλωματικούς λόγους, η Ελληνική κυβέρνηση. Βασικότερος λόγος όμως ήταν το γεγονός ότι δεν προετοιμάστηκε σωστά και εκ των πραγμάτων ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.
Στα 1875 τόσο το Λίθινο όσο και το Ριάχοβο, που ήταν τσιφλίκια της Μονής Πατέρων, νοικιάστηκαν για μια τριετία στον Ιωάννη Μπίτζιο αντί του ποσού των 66.000 γροσίων. Μια ενοικίαση που έγινε με κανονικά συμβόλαια, στα οποία αναγράφονταν κανονικά οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.
Στα 1887 δεν υπήρχε ηγούμενος στη Μονή των Πατέρων, η οποία μετά το 1862, με την δήμευση των περιουσιακών της στοιχείων στην Βλαχία έμπαινε σε περίοδο παρακμής. Η μοναστηριακή επιτροπή διόρισε τότε τοποτηρητή τον ηγούμενο του Προφήτη Ηλία της Ζίτσας, Γαβριήλ.
Τότε οι λιθινιώτες αντέδρασαν και πραξικοπηματικά, ανέλαβαν την διαχείριση του μοναστηριού. Αρνήθηκαν να παραδώσουν το γεώμορο στον τοποτηρητή, δεν του επέτρεψαν να πουλήσει τα γίδια της μονής και ζήτησαν να διορισθεί κανονικός ηγούμενος, γιατί τα έσοδα της Μονής δίνονταν εδώ και εκεί. Έθεταν ως όρο ότι θα απέδιδαν το γεώμορο στη Μονή αν βρισκόταν κάποιος, έστω υπό δοκιμή, ο οποίος θα φρόντιζε για την Μονή και θα μεριμνούσε για την χρηστή διαχείριση των εσόδων του μοναστηριού.
Ύστερα από την δυναμική κινητοποίηση των λιθινιωτών η μοναστηριακή επιτροπή  αποφάσισε (υποχρεώθηκε θα έλεγα) να συστήσει τριμελή επιτροπή για τον έλεγχο των οικονομικών της Μονής.
Ότι το μοναστήρι θα μπορούσε να συντηρηθεί και μετά την δήμευση της περιουσίας του στην Βλαχία το 1862, με μια συνετή διαχείριση των εσόδων, από την περιουσία που διέθετε στην περιοχή, αλλά και στα Ιωάννινα, το επισημαίνω στο βιβλίο μου για την ΜΟΝΗ ΠΑΤΕΡΩΝ.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, όπως φαίνεται από τα Αρχεία της Μητρόπολης, στα 1884 οι Λιθινιώτες είχαν εμπλακεί σε δίκη με τον καταπατητή των χωραφιών της Μονής Νακή Βέη και «...υπέπεσαν σε έξοδα βαρέα..» Η επαρχιακή δημογεροντία στην οποία αναφέρθηκαν με σκοπό προφανώς να ζητήσουν κάποια οικονομική ενίσχυση διέταξε τον Γ. Ζωϊδη ενοικιαστή να τους δώσει για λογαριασμό της Μονής 40 λίρες «χάριν ελέους».
Ταυτόχρονα τα μέλη της δημογεροντίας, τους παρατήρησαν λέγοντας ότι δεν είχαν δικαίωμα να μπαίνουν σε διαδικασίες ελέγχου κατασπατάλησης της περιουσίας της Μονής, γιατί απλά αυτοί ήταν «ζευγίτες» της Μονής. Υπενθυμίζω ότι το Λίθινο εκείνη την χρονική περίοδο ήταν τσιφλίκι της Μονής Πατέρων.


ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Στο κεφάλαιο αυτό θα προσπαθήσω να καταγράψω την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή πριν από την απελευθέρωση, τον Φεβρουάριο του 1913.
Σαφώς το πιο σημαντικό γεγονός είναι η εξαγορά του χωριού από την Μονή των Πατέρων στις 22 Οκτωβρίου 1907. Σαν μοναδικό γεγονός το αναφέρω, όσο πιο αναλυτικά μπορούσα, σε ξεχωριστή ενότητα.
Από διάφορα δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής, αλλά και από εργασίες ανθρώπων που είδαν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, μαθαίνουμε κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
Κατ’ αρχήν στην περιοχή έχουμε συχνά φαινόμενα κλοπών.
«...Άγνωστοι -αναφέρει η αθηναϊκή εφημερίδα «ΑΓΩΝ» στο φύλλο της 13/6/1909- κατόρθωσαν να αποχωρήσουν μεγάλην μοίραν εκ 40 βοών και μόσχων εκ της παρά του Λιθίνου Κουρέντων βοσκούσης αγέλης και να διευθύνωσιν αυτήν ησύχως και ακαταδιώκτως εις ασφαλές μέρος οπόθεν πιθανών επιβιβάσαντες ιστιοφόρου παρά την ηπειρωτικήν ακτήν επώλησαν τις οίδε πού του εξωτερικού...»
Εκείνη την χρονική περίοδο  στην περιοχή δρουν, ληστρικά στην αρχή, εθνικά στην συνέχεια, οι ομάδες του Σπυρίδωνα Κρομμύδα από την Ιερομνήμη.
Το πραγματικό όνομα του Κρομμύδα ήταν Σπυρίδων Μήτσης. Γιός του προεστού της Ιερομνήμης Μήτρου Μήτση, περνάει τα πρώτα  χρόνια του στο χωριό. Βγάζει το δημοτικό, πηγαίνει γυμνάσιο στα Γιάννινα και στην συνέχεια γίνεται δάσκαλος. Το 1892 τον συναντάμε δάσκαλο στο χωριό Πεγκλάρι Κόνιτσας (Πηγή η σημερινή του ονομασία). Εκεί, κατά τον Γιώργο Μάνο, του προσάπτουν το «Κρομμύδας», λόγω της καταγωγής του από τα κρομμυδοχώρια. Η Ιερομνήμη, όπως και το Λίθινο άλλωστε, ονομαζόταν κρομμυδοχώρια λόγω της παραγωγής του συγκεκριμένου προϊόντος στην περιοχή.
Μια ονομασία που μ’ αυτή έμελε να περάσει στην ιστορία.
Σε ότι αφορά την ληστρική του δράση ο Γεώργιος Μάνος στο βιβλίο του «ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ» σημειώνει:

«... Μια περίεργος φήμη ληστού, που δεν περιέχει στην πράξη του το νόημα της λέξεως ληστής. Απ’ όλη τη ληστρική του, όπως την ονόμασαν, δράση του πουθενά δεν μπόρεσα να μάθω ή ν’ ακούσω ένα φόνο για ληστεία...»   
Μια συμπλοκή  όμως με τούρκικα αποσπάσματα, υποχρεώνει τον Κρομμύδα να ενταχθεί στην δύναμη της Ηπειρωτικής Εταιρείας, που είχε ιδρυθεί από το 1906 στα Γιάννινα, με σκοπό την προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα.
Αξίζει στο σημείο αυτό να μνημονεύσω αποσπάσματα του Αλ. Λιβαδέως από το πόνημά του «Πρόδρομοι της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων» Αθήνα 1964.  Αφορά την συμπλοκή του με τους τούρκους. Αποσπάσματα που δημοσιεύει και ο Στέφανος Μπέττης:
«... Τον Οκτώβριο του 1908 έχομε την  συμπλοκή του Κρομμύδα  με αποσπάσματα τουρκικά στην Κρετσούνιστα κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο τούρκοι και η οποία αποτέλεσε την αφορμή για την έξοδο του Κρομμύδα στα βουνά...» Εφ. Της Ηπείρου φ. 772/24-10-1908.  
Η δράση του Κρομμύδα - ένα από τα πρωτοπαλίκαρά του είναι και ο Παναγιώτης Πάνος από το Λίθινο - συνεχίζεται.
Στον Καλαμά παρά το Σουλόπουλο ο Κρομμύδας στις 25 -12- 1908  σκοτώνει μια ομάδα εβραιογιαννιωτών κατασκόπων του νεοτουρκικού κομιτάτου.
Με την έξοδο των Κρομμύδα - Πουτέτση στο βουνό στην περιοχή του Κασιδιάρη γίνονται μεγάλες ληστρικές τρομοκρατικές ενέργειες από τους τούρκους, όπως αναφέρουν σε δημοσιεύματά τους Αθηναϊκές εφημερίδες:
«... Τούρκοι στρατιώτες, υπό την ηγεσία του Χασάν Τσιάμη γνωστού επί ωμότητι μουλιαζίμη, επήραν σβάρνα τα χωριά και ιδίως την Γερομνήμη, Λίθινο, Κρετσούνιστα, Μπριάνιστα, Μαζαράκη, Κουτρουλάδες και Μπουρντάρι, τα οποία κατέστρεψαν κυριολεκτικά εξαναγκάζοντες τους χωρικούς δι’ αλυπήτου ξύλου, ίνα παραδόσωσι τους φυγόδικους...»  οι οποίοι ήταν ο Κρομμύδας με τα παληκάρια του.
Άλλα δημοσιεύματα προσθέτουν:
«... Ένας  Γερομάτης απέθανε από το ξύλο. Δέκα εκ του χωρίου Λιθίνου απέστειλαν δεσμίους εις τα Ιωάννινα. Τον Στ. Αγγέλην από τις Κουτρουλάδες έρριψαν εις τας φυλακάς ως φίλον του Κρομμύδα...»
Ένα ακόμη δημοσίευμα για τα δεινά των Λιθινιωτών, προφανώς λόγω της συμμετοχής του Πάνου στις αντάρτικες ομάδες. Στις ομάδες του Ηπειρωτικού κομιτάτου.
Η εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΟΣ» στις 31-1-1910 μας κάνει γνωστό ότι για τιμωρία συνελήφθησαν από τις τουρκικές αρχές  πολλοί Λιθινιώτες,  οι οποίοι εκτοπίστηκαν.
Συγκεκριμένα σημειώνει:
«... Στις 26 Γενάρη περί λύχνων αφάς και υπό βροχήν ραγδαίαν η συνοικία Μνημάτων (συνοικία στην πόλη των Ιωαννίνων) παρηκολούθει θέαμα πενθιμώτερον και από το σιωπηλόν πένθος της βροχερής βραδιάς. Καραβάνιον εκ Λιθίνου άνδρες, γυναίκες αι περισσότεραι και παιδιά περιεζωσμένων υπό ισχυράς δυνάμεως χωροφυλάκων ήγοντο ενταύθα. Ερωτήσαντες επληροφορήθημεν ότι είναι οικογένειαι υπόπτων χωρικών δι εξορίαν προοριζόμεναι...»
Πάντως απ΄ όσους παλιούς ρώτησα για το γεγονός, κανείς δεν μπόρεσε να το επιβεβαιώσει.
Ωστόσο υπάρχει δημοσιευμένο και σαν τέτοιο το καταγράφω.

 
Who's Online
Έχουμε 12 επισκέπτες online



Header Pic
left unten right unten