|
Η Μονή Πατέρων, το Θεογέφυρο και ο ποταμός Καλαμάς,
είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ιστορία του Λιθίνου. Πρόκειται για τον δεύτερο σε μήκος ποταμό της
Ηπείρου, αφού από τις πηγές του ως την θάλασσα διανύει μια απόσταση 96
χιλιομέτρων.Πρώτος σε μήκος είναι ο ποταμός Άραχθος τα νερά του οποίου
διανύουν μια απόσταση 143 χιλιομέτρων από την πηγή τους μέχρι να καταλήξουν
στην θάλασσα.Ονομάζεται ακόμη και σήμερα με τα δύο του ονόματα. Το
αρχαίο ΘΥΑΜΙΣ και το σύγχρονο ΚΑΛΑΜΑΣ.Το αρχαίο όνομα ΘΥΑΜΙΣ προέρχεται από την λέξη Θύω
η οποία σημαίνει: Κινούμαι άγρια. Και πράγματι τα νερά του Θύαμη
κινούνται άγρια. Ιδιαίτερα στο τμήμα από τον καταρράκτη της Γλύζιανης μέχρι και
την έξοδό του από την χαράδρα του Πολύδροσου πριν την Νεράιδα της Θεσπρωτίας.
Σήμερα τον ονομάζουμε Καλαμά, γιατί σύμφωνα με μια
εκτίμηση, οι πηγές του βρίσκονται σε μια περιοχή των Δολιανών η οποία είναι
γεμάτη από καλάμια.
ΣΠΑΝΙΕΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ
Θα παραθέσουμε πιο κάτω ιστορικές μαρτυρίες που βρήκαμε
για το σημαντικό αυτό ηπειρωτικό ποτάμι, τμήμα του οποίου κυλάει εκεί που
σβήνουν οι πλαγιές του λόφου, πάνω στον οποίο είναι χτισμένο το Λίθινο.
Ποιος από αυτούς που τον επισκέφθηκαν δεν θαύμασε την
άγρια ομορφιά του;
Ειδικότερα η διαδρομή του από τον Καταρράκτη μέχρι το
Σουλόπουλο προσφέρει σπάνιες
εναλλασσόμενες ομορφιές. Τοπία άγρια, όμορφα, εντυπωσιακά. Τοπία που
δημιουργούν στον επισκέπτη το αίσθημα του θαυμασμού και του φόβου ταυτόχρονα.
Ποιος πήγε στον καταρράκτη και δεν θαύμασε το τοπίο;
Ποιός ανηφόρισε πάνω από τον Μύλο και δεν έμεινε έκθαμβος από τα παιχνιδίσματα
της φύσης; Οι εικόνες εναλλάσσονται από βήμα σε βήμα. Εκεί που τα νερά είναι
ήρεμα εκεί λίγο πιο κάτω αφρίζουν από θυμό, γιατί ένα κομμάτι της στεριάς
μπαίνει στο δρόμο τους και τα υποχρεώνει να αλλάξουν διαδρομή. Εκεί που η οβίρα
στροβιλίζεται πλατειά εκεί στενεύει στο ένα μέτρο, κάνοντας τα νερά να
...φιλονικούν μεταξύ τους για το ποια θα περάσουν πρώτα, να ξεπεράσουν το
εμπόδιο της στεριάς ή του βράχου, για να συνεχίσουν την πορεία τους.
Μήπως στον Μύλο η ομορφιά είναι λιγότερη;
Όχι βέβαια.
Η αποθέωση όμως βρίσκεται στο Θεογέφυρο. Εκεί πια η
έκσταση του επισκέπτη συνοδεύεται από φόβο. Εκεί βλέπεις και καταλαβαίνεις τι
σημαίνει πάλη μεταξύ των θεριών της φύσης. Το νερό κόντρα στον βράχο. Κάποτε
νικητής από αυτή την μάχη βγήκε το υγρό στοιχείο. Αποτέλεσμα αυτής της μάχης,
ήταν και η κατασκευή του Θεογέφυρου. Του μοναδικού αυτού φυσικού φαινομένου.
Κάποτε ο βράχος νικητής υποχρεώνει τα νερά του Καλαμά να βρουν άλλη διέξοδο.
Πάνω από αυτόν, δίπλα από αυτόν, κάτω από αυτόν για να συνεχίσουν την διαδρομή
τους προς την μητέρα τους, την θάλασσα.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ
Μεγάλοι ιστορικοί και γεωγράφοι της αρχαιότητας
έγραψαν για τον Καλαμά. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ο Στράβων (Στράβων 1 VΙΙ
σελίδα 324ν.4), ο Πολύβιος και ο Θουκυδίδης.
Οι μεταφραστές του Στράβωνα και ιδιαίτερα ο Μελέτιος
Γεωγράφος, έκανε ένα τραγικό λάθος στην Γεωγραφία του σελ. 317,
υποστηρίζοντας ότι στο σημείο που ο μεγάλος αρχαίος ιστορικός κάνει λόγο για
τον Θύαμη, τον ταυτίζει με τον Αχέροντα. Θέλει δηλαδή τον Θύαμη ποταμό να είναι αυτός που καταλήγει στην
Αχερουσία λίμνη, την είσοδο - κατά την
μυθολογία - προς τον κάτω κόσμο. Το Άδη.
Υπάρχει στο σημείο αυτό μεταφραστικό λάθος, αφού ο
Αχέροντας και όχι ο Θύαμις απολήγει στο λιμάνι της Γλυκής.Ο Πολύβιος επιβεβαιώνει αυτό το γεγονός με
τρόπο θετικό, όπως επισημαίνει ο Πουκεβίλ (στο βιβλίο του ΤΑΞΙΔΙΑ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΗΠΕΙΡΟΣ σελ. 72) για να προσθέσει πως ο Θουκυδίδης
γίνεται πιο σαφής στην περιγραφή του, τονίζοντας ότι τα δύο ποτάμια χωρίζονται
από το ακρωτήριο Χειμέριο, δηλαδή μέρος αδιέξοδο, χωρίς θάλασσα.
Ο Πουκεβίλ κάνει την δική του εκτίμηση σχετικά
με την ονομασία του ποταμού από Θύαμη σε Καλαμά
Σημειώνει γι΄ αυτό:«...Εξ άλλου από την λέξη Θύαμις οι Ηπειρώτες
δημιούργησαν την λέξη θυαμάς και Κυαμάς,
απ΄ όπου προήλθε η ονομασία Καλαμάς, γιατί δεν έχω δει ποτέ καλάμια στην κοίτη
του που τα νερά κυλάνε κατακάθαρα και διάφανα...»
Ωστόσο ο Πουκεβίλ οδηγείτε στο συμπέρασμα αυτό γιατί
απλά θεωρεί ότι πηγές του Καλαμά είναι η λίμνη Ζαραβίνα και όχι το μέρος κάτω
από το χωριό Δολιανά. Ένα μέρος το οποίο στην κυριολεξία είναι πνιγμένο σε
καλαμιές.Συγκεκριμένα αυτή του την λαθεμένη εκτίμηση την
διατυπώνει ως εξής: ( ΗΠΕΙΡΟΣ σελ. 71)«...Τέλος βρήκαμε
ένα πέρασμα του βραχίονα του Θύαμη που κυλάει από την λίμνη Τζεροβίνα και φθάσαμε
στο μέρος όπου υπάρχει ένας υπερυψωμένος δρόμος με τόξα...»
Είναι λοιπόν σαφές ότι ο γάλλος Πρεσβευτής στα
Γιάννινα οδηγείτε σε λάθος συμπέρασμα γιατί προφανώς αγνοεί ότι οι βασικές
πηγές του Καλαμά βρίσκονται κάτω από τα Δολιανά. Πιθανώς ο Πουκεβίλ να μπέρδεψε
τον Καλαμά με τον παραπόταμό του τον Γορμό, ο οποίος έχει τις πηγές του στην
θέση «Αγιούς» η οποία βρίσκεται κάτω από την λίμνη Ζαραβίνα. Ο Γορμός πάντως
συναντιέται με τον Καλαμά λίγο πιο κάτω, στον Παρακάλαμο.Ο Πουκεβίλ κάνει και άλλα λάθη στην περιγραφή του. Να
δούμε τι αναφέρει για την διαδρομή του Καλαμά μέχρι την γέφυρα του Ράϊκου:«...Το χωριό Μαζαράκι
βρίσκεται σχεδόν απέναντι από το Χάνι (δίπλα στο ποτάμι). Είναι συγκεντρωμένο πάνω
σε δύο γήλοφους, στην δεξιά όχθη του Θύαμη και μέσα σ΄ έναν όρμο. Ο ποταμός στην
συνέχεια σχηματίζει καμπύλη προς Νότο και επιστρέφει έρποντας ανάμεσα σε ανθισμένες
όχθες για να χαθεί σε γκρεμούς του Γκλιζανιού.(
η λέξη Γκλίζιανη, κατά τον Πουκεβίλ, προέρχεται από το Ελληνικό ρήμα γλιστρώ.
Το χωριό βρίσκεται χτισμένο σε λόφο με απότομες ορισμένες πλαγιές του. Απότομες
και γλιστερές. γι΄ αυτό και το χωριό πήρε
το όνομα Γκλίζιανη).
...Ο Καταρράκτης, μια υδατόπτωση από
είκοσι πέντε μέτρα ύψος, καθώς το μάτι αγκαλιάζει όλο τον όγκο των υδάτων του, αποτελεί
ένα εντυπωσιακό θέαμα.Το ρεύμα της κοίτης του ποταμού που αρχίζει
από το σημείο αυτό φράσσεται από τον όγκο ενός βράχου που μοιάζει με πυρόλιθο, μέχρι
κάτω από το Γερομνίμι, χωριό χτισμένο στην δεξιά όχθη του ποταμού και κάτω σ΄ έναν αργιλώδη λόφο που μοιάζει με τάφο σκεπασμένο
από δένδρα.
( ΣΗΜ: Εδώ υπάρχει η ανακρίβεια που λέγαμε, αφού η Ιερομνήμη απέχει
μακριά από τον Καλαμά, για να αποτελεί σημείο αναφοράς της σε μια περιγραφή του
ποταμού.)
Μισή λεύγα στα Νοτιοανατολικά ο Θύαμις βυθίζεται κάτω από το Μοναστήρι των Πατέρων που
υπηρετείται από 25 προνομιούχους καλόγερους. Ένα μίλι πιο πέρα το ποτάμι περνάει
το Λίζονο. Ένα μικρό χωριό...
Ο Πουκεβίλ δεν
γνωρίζει καλά την Ελληνική γλώσσα και για τον λόγο αυτό κάνει λάθη όταν
αναφέρει ονόματα. Για παράδειγμα την Σιούτιστα την αποκαλεί Χούτιστα και την
Γερομνήμη την αποκαλεί Γερομίνι, ενώ το Λίθινο, αν και ο Λαμπρίδης το αποκαλεί
σαφέστατα με το όνομά του, ο Πουκεβίλ το ονομάζει Λίζονο και μόνον αυτός.Κι ενώ αυτά σημειώνει ο Πουκεβίλ, ένας άλλος
ιστορικός ο Π. Αραβαντινός στο βιβλίο του ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
μέρος Α΄ και στις σελ. 21-22 φαίνεται πιο ενημερωμένος για τις πηγές του
ποταμού . Γράφει συγκεκριμένα:
«...ΚΑΛΑΜΑΣ (ΘΥΑΜΙΣ) Ποταμός
εκτενής πηγάζων κυρίως παρά τα Δολιανά, κώμην της περιοχής των Κουρέντων πλησίον
της Βελλάς. Εκλήθη δε ούτως ένεκεν της πληθύος των παρά τας πηγάς του εκφυομένων
καλάμων.
Του ποταμού τούτου αξιοπερίεργα φαινόμενα
εισίν οι δύο καταρράκται του ών ο δεύτερος ο παρά την Γλύζιανην, χωρίον των Κουρέντων,
εγκέμενος δια το ύψος του και την βαρυτάτην κατάπτωσιν των αφρωδεστέρων κρουνών
του, υψηλή εκποιεί εντύπωσιν ακουομένου του κρότου τρεις και τέσσερις ενίοτε ώρες
μακράν. Προς δε τούτοις περιεργότερον εστί και το καλούμενον Θεογέφυρον το μεταξύ
του χωρίου Λιθίνου και της Ιεράς Μονής Πατέρων κείμενον, όπερ εσχηματίσθη προ αμνημονεύτων
ετών εκ διασείσεως ισχυράς καταπεσόντων μεγίστων σκοπέλων εκ του βουνού του κατά
την αριστερά όχθην κειμένου...»
Ολοκληρώνοντας την μικρή ιστορική αναφορά στις πηγές και το όνομα του ποταμού, πριν
παραθέσουμε τις μαρτυρίες που υπάρχουν για τον καταρράκτη της Γλύζιανης, να πούμε πως
ο ποταμός αποτελούσε κατά την αρχαιότητα τα φυσικά όρια μεταξύ του κράτους των
Θεσπρωτών και του κράτους των Χαόνων.
Ακόμη ότι ο Καλαμάς έγινε γνωστός, έξω από τα σύνορα
της χώρας μας, γιατί στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878 τέθηκε σαν όριο των
Ελληνικών διεκδικήσεων για την σκλαβωμένη ακόμη τότε Ήπειρο.
Η πρόταση διατυπώθηκε από τον ζιτσαίο εθνικό
χαρτογράφο Μιχ. Χρυσοχόου. Ενός επιστήμονα ο οποίος τίμησε διεθνώς την Ελλάδα, κατά τον καθηγητή Ιωάννη Τζέτζη
ιδρυτή της Ηπειρωτικής Αδελφότητας στην Αθήνα.
Ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του τα ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ
σημειώνει για το θέμα αυτό:
«... Το ποτάμι Καλαμάς
αναφέρθηκε στην διάσκεψη του Βερολίνου (Ιούνιος 1878) ότι κατά πρόταση της Γαλλίας
έπρεπε να αποτελέσει το προς Β΄ προς τούρκους από την Ήπειρο σύνορο της Ελλάδας.
Η πρόταση απορρίφθη από αντίδραση της Αγγλίας. Η Ελληνική κυβέρνηση όταν αντιλήφθηκε
την πρόθεση της διάσκεψης ν΄αποτελέσει ο Καλαμάς το Β΄ σύνορο του κράτους, ανέθεσε
στον διαμένοντα τότε στη Λάρισα γνωστότατο Ζιτσαίο χαρτογράφο Μιχ. Χρυσοχόο τη μελέτη
περιγραφή των νέων ορίων και εξερεύνηση των πηγών του Καλαμά. Λίγες όμως μέρες μετά
την άφιξή του διατάχθηκε να πάει στην Κέρκυρα. Το έργο του όμως χρησιμοποιήθηκε από
τους Έλληνες αντιπροσώπους στην Τρίτη συνδιάσκεψη της Κων/πόλεως αφού εμφανίστηκαν
έτοιμοι, ενώ οι τούρκοι ανέτοιμοι να διατυπώσουν προτάσεις...»
Ακόμη σύμφωνα με τον Κ. Θεσπρωτό και Αθ. Ψαλλίδα η
αλλαγή του ονόματος του ποταμού από Θύαμις σε Καλαμάς έγινε κατά
τον μεσαίωνα. Από τότε δε η παρ΄ αυτόν περιοχή ειδικώτερα η κοιλάδα του Κάτω
Καλαμά (από το Θεογέφυρο και κάτω) ονομαζόταν «Παρακάλαμος» και οι
κάτοικοί του «Παρακαλαμίται» ή «Μπαλτιμοχωρίται»
Ο ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ
Πλην του Θεογεφύρου, ένα ακόμη σημαντικό φυσικό
φαινόμενο ήταν ο καταρράκτης που υπάρχει κάτω από το χωριό Γλύζιανη. Ένα φυσικό
φαινόμενο που ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό, όπως τουλάχιστον το παρουσιάζουν
άνθρωποι που τον είχαν δει. Και χρησιμοποιούμε παρελθόντα χρόνο γιατί ο
εντυπωσιακός αυτός καταρράκτης έχει καταστραφεί και σήμερα δεν παρουσιάζει την
ίδια άγρια ομορφιά του παρελθόντος.
Γράφει ο Εμμανουήλ Γεωργιάδης στο βιβλίο του για την
Ζίτσα και στις σελίδες 12-13:
«...Μίαν περίπου ώραν δυτικώς
της Ζίτσης ρέει ο Θύαμις όστις εσχημάτιζε καταρράκτη 120 ποδών ύψους καταστραφέντα
την 6 Δεκεμβρίου 1879. Λέγεται ότι όταν έπνεε σφοδρώς νοτιοδυτικός άνεμος ο κρότος
αυτού ηκούγετο μέχρι του Ζαγοριού. Μικρόν δε κάτωθι τούτου κείται το Θεογέφυρο,
όπως αποκαλούσιν οι εγχώριοι φυσικήν γέφυραν σχηματισθείσα επί του ποταμού υπό βράχου
διατρυπηθέντος υποκάτωθεν υπό ρεύματος....»
Ο Λόρδος Βύρων αφιέρωσε μερικές στροφές στην
συλλογή του Τσίλδ Αρόλδω
λέγοντας:
«...Εκεί ο ήχος τραχύ
του ποταμού πέραν
του καταρράκτου μας δειλή το καταπίπτον
νάμα
το ρέον ελικοειδώς και θελκτικώς συνάμα
μέσω των βράχων, οίτινες μορφήν αγριωτέραν
Προβάλλουσι και εξοχάς τραχείας αποτόμους
Αίτινες φρίκην και χαράν, τέρψεις ομού
και τρόμους
μέχρι ψυχής εμβάλλουσι μυχών καρδίας
έως...»
Αλλά και η Αμαλία Παπασταύρου στο βιβλίο της για την
Ζίτσα γράφει για την καταστροφή του καταρράκτη
στις σελίδες 18-19.
«...Άνωθεν της Θεογεφύρας
εις απόστασιν μιας και πλέον ώρας παρά το χωρίον Γλύζιανη, όπερ κείται επί της δεξιάς
όχθης του ποταμού, ήτο ονομαστός καταρράκτης περί του οποίου και ο Πουκεβίλ και
ο Λόρδος Βύρων κάμνουσιν εκτενή λόγον. Ο βράχος εξ ού εκρημνίζετο είχε 95 ποδών
ύψος και ο κρότος της πτώσεώς του ηκούετο παλλάς ώρας μακρυάν. Η τοποθεσία αυτή είναι ονομαστή ωραία
και απερίγραπτος. Έπιπτεν επί βράχου και διεσκόρπιζε κύκλω ατμίδας ωσεί λεπτής ανοίξεως
βροχής δια μέσου της οποίας εφαίνοντο πάντοτε της ίριδος τα χρώματα. Ο καταρράκτης
αυτός δεν υπάρχει πλέον, υπέστη την κοινήν των θνητών τύχην. Το 1877 την ημέραν του Αγίου Νικολάου
6 Δεκεμβρίου έπεσε τόσον ραγδαία βροχήν ώστε εις ολίγας ώρας μετεβλήθη εις απέραντον
λίμνην η πεδιάς της Βελλάς, ήτις στενούται παρά τον καταρράκτην. Την ημέραν εκείνην ο αδελφός μου περιηγούμενος
τότε την Ήπειρον, όπως διαγράψει τα μέλλοντα μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας σύνορα
και εξερευνήσει τας πηγάς του Καλαμά, ευρίσκετο τότε εις Δολιανά την πατρίδα του
μεγάλου του γένους διδασκάλου Γενναδίου. Την ημέραν εκείνην τοσαύτη βροχήν έπεσεν,
ώστε οι κάτοικοι και εκ των γεροντότερων δεν ενθυμούντο ποτέ τοιαύτη και προέλεγον
ότι μεγάλας θα επιφέρει καταστροφάς, διότι
η κοιλάς είχε μεταβληθεί εις μεγάλην λίμνην. Το ύδωρ υπέσκαψε τας βάσεις του βράχου
και ήνοιξεν απ΄ αυτού δίοδον και κατέστρεψε τας εκατέρωθεν αυτού όχθας. Σήμερον
δεικνύετε μόνον η θέσις αυτού την οποίαν αδύνατον να αναγνωρίσει τις εκ των περιγραφών...».
Αυτά λοιπόν τα
στοιχεία για τον Καλαμά και για τον περιβόητο καταρράκτη της Γλύζιανης. Από
αυτόν άλλωστε πήρε και το σημερινό της όνομα. Έναν καταρράκτη που δεν μπορούμε
να δούμε σήμερα λόγω της καταστροφής του. Και η περιγραφή της Παπασταύρου για
την αιτία που προκάλεσε την καταστροφή είναι αληθοφανής. Πράγματι η μοναδική
διέξοδος της κοιλάδας Βελλάς είναι το μικρό άνοιγμα του Καλαμά στην θέση της
Γλύζιανη. Εφ΄ όσον πράγματι σημειώθηκε τόσο έντονη βροχόπτωση, που είχε ως
αποτέλεσμα να πλημμυρίσει η πεδιάδα, είναι φυσικό ότι στην μοναδική διέξοδο η
πίεση που ασκούσαν τα νερά ήταν τεράστια και η καταστροφή αναπόφευκτη.
|