|
Πότε για πρώτη φορά
κατοικήθηκε το Λίθινο, είναι ακόμη επιστημονικά άγνωστο σε μας, αφού ποτέ
κανείς δεν ασχολήθηκε με την ιστορία του χωριού.
Η παράδοση λέει πως το Λίθινο, γίνεται οικισμός μετά την καταστροφή του χωριού
ΓΡΑΜΜΕΝΙΟΙ, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή «Καβαλλάρι», πάνω από τον κοινοτικό
δρόμο που ενώνει τα χωριά Λίθινο και Σακελλαρικό.
Στην περιοχή αυτή υπάρχουν ακόμη και σήμερα κάποια
ερείπια που φανερώνουν την ύπαρξη παλαιού οικισμού. Πότε όμως και για ποιο λόγο
καταστράφηκαν οι Γραμμενιοί, ούτε αυτό έχει μέχρι σήμερα επιστημονικά
τεκμηριωθεί.
Για την
καταστροφή του διατυπώνονται τρεις εκδοχές, τις οποίες καταγράφει η παράδοση
και για τις οποίες δεν υπάρχουν επαρκείς ιστορικές μαρτυρίες.
Η μία εκδοχή, που είναι περισσότερο γνωστή, λέει ότι
έπεσε στο χωριό η καταστροφική ασθένεια ΠΑΝΩΛΗ. Μια ασθένεια που εμφανίζεται
συχνά εκείνη την εποχή και προκαλεί σημαντικές καταστροφές στον ανθρώπινο και
στον ζωικό πληθυσμό. Η ιστορία κάνει λόγο για εμφάνιση πανώλης ακόμη και στην
πόλη των Ιωαννίνων, ιδιαίτερα μετά το 1822, χρονιά δηλαδή που λήγει η πολιορκία
του κάστρου με τον αποκεφαλισμό του Αλή Πασά.
Συνεπώς το
να συνέβη κάτι τέτοιο για την εποχή δεν ήταν παράξενο ή εξωπραγματικό. Άρα
μπορεί να είχε συμβεί στους Γραμμενιούς.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την εκδοχή οι κάτοικοι του
χωριού, αποδεκατισμένοι, υποχρεώνονται να φύγουν. Άλλοι μεν πηγαίνουν στις
Κουτρουλάδες,(Σακελλαρικό) άλλοι στα Γραμμενοχώρια και άλλοι δημιουργούν έναν
νέο οικισμό, απέναντι από τον Καλαμά. Αυτόν του Λιθίνου.
Μάλιστα η παράδοση που διατηρούν οι παλαιότεροι και
την πιστεύουν είναι αλήθεια, λέει ότι από την μετακόμιση οικογενειών στα
Γραμμενοχώρια πήρε και η περιοχή το όνομά της. Ένα όνομα δηλαδή που προέρχεται
από τους Γραμμενιούς.
Φυσικά
αυτό από καμία ιστορική, ερευνητική εργασία δεν αποδεικνύεται.
Ο Πολυχρόνης Βελογιάννης, στο αδημοσίευτο δοκίμιό του
για το Λίθινο και στο κεφάλαιο για τα
εξωκλήσια του χωριού, όταν αναφέρεται στην εκκλησία της Παναγίας
αναφέρει:
«Παναγία. Πανάρχαια εκκλησία ανεγερθείσα από
τους Γραμμενιάτες, κατοίκους τριών χωριών, τα «Γραμμένια», που καταστράφηκαν
από την Μονοβύζα και μετά όσοι έφυγαν
από εκεί έχτισαν νέα χωριά στην σημερινή θέση των Γραμμενοχωρίων. Η τοποθεσία
που βρισκόταν τα τρία χωριά, λέγεται μέχρι και σήμερα «ΓΡΑΜΜΕΝΙΟΙ».
Σύμφωνα λοιπόν με όσα γράφει ο κος Βελογιάννης στους
Γραμμενιούς υπήρχαν τρία χωριά, τρεις οικισμοί και όχι ένας. Σχετικά τώρα με
την παράδοση της «μονοβύζας», την οποία επικαλείται ο σεβαστός δάσκαλος, η παράδοση
λέει τα εξής :
Ήταν κάποτε μια γυναίκα που είχε έναν μαστό (βυζί)
και η οποία θέλοντας να εκδικηθεί τους ανθρώπους, περνούσε από τα διάφορα
χωριά. Ανάλογα με τον τρόπο που της φερόταν έπραττε και αυτή. Αν την κορόιδευαν
τότε ράντιζε με το γάλα που είχε στο ένα στήθος της το χωριό και το καταριόταν. Φεύγοντας έπεφτε
αρρώστια από την οποία χανόταν πολλοί κάτοικοι.
Κάτι
τέτοιο λοιπόν, λέει η παράδοση, συνέβη και με την μονοβύζα στο χωριό
Γραμμενιούς. Οι κάτοικοι την κορόιδεψαν, δεν της φέρθηκαν καλά και αυτή τους
εκδικήθηκε.
Για την
παράδοση της μονοβύζας ο Στέφανος Μπέττης στο βιβλίο του ΚΟΥΡΕΝΤΙΑΚΑ έκδοση
1997 σημειώνει:
«...Με
τις βαρβαρικές αυτές επιδρομές στην Ήπειρο των τελευταίων δηλαδή
προχριστιανικών και πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων σχετίζονται και οι τοπικές
παραδόσεις της ΜΟΝΟΒΥΖΑΣ. Πολλοί την ταυτίζουν με την βασίλισσα των Ιλλυριών
ΤΕΥΤΑ τον 3ο π.χ. αιώνα, που επερχόμενη επί κεφαλής πολυάριθμου
στρατού καταστρέφει ραντίζοντάς τα με το γάλα του μαστού της, πόλεις, χωριά και
κάστρα, τα ερείπια των οποίων, όπου σώζονται, χρονολογεί ο λαός από τον καιρό
της μονοβύζας...».
Η ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΧΗ
Η τρίτη εκδοχή
μνημονεύεται από το ιστορικό Ιωάννη Λαμπρίδη στο βιβλίο του ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ
ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ που γράφηκε στα 1888, αλλά και από Εμμανουήλ Γεωργιάδη στο
βιβλίο του « ΖΙΤΣΑ η κωμόπολις της Ηπείρου» σελ 22 σ΄ ένα βιβλίο
που έγραψε στα 1889.
Συγκεκριμένα ο Λαμπρίδης κάνοντας λόγο για την δράση
των Σπαχήδων (εισπράκτορες φόρων), καταγράφει μια σειρά δεινών τα οποία
υπέφεραν οι κάτοικοι των χωριών, από την καταδυνάστευσή τους:
«Ο μεν φόρος της δεκάτης ως και ο πρόσθετος
ούτος , ήσαν ασήμαντοι, υπέρογκοι όμως δαπάναι, κολαφισμοί, φυλακίσεις,
ατιμάσεις, αυθαιρεσίαι και τα τούτοις παραπλήσια , ήσαν συνήθη κατά την
είσπαραξιν αυτών, αφετηρία και αφορμή πολλάκις γενόμενα ερημώσεων και διαλύσεων
χωριών...»
Στην συνέχεια ο Λαμπρίδης περιγράφει ένα γεγονός
που έγινε στο Δελβινάκι, όπου οι βιοπραγίες ανάγκασαν τους κατοίκους το 1644 να
φονεύσουν τους σπαχήδες. Αρχηγός των κατοίκων ήταν κάποιος που άκουγε στο όνομα
Αντωνίου.
Μόλις μάθανε οι συγγενείς των σπαχήδων το γεγονός,
πήραν στρατό και πήγαν στο χωριό και «...παραδίδοσι το χωρίον εις πυρ και
σίδηρον απαγάγοντες και την γυναίκαν του ειρημένου προεστώτος...»
γράφει χαρακτηριστικά ο Λαμπρίδης, ο οποίος αφού παραθέτει το τραγούδι που
έβγαλε ο λαός για την τύχη της Αντώναινας, η οποία σκοτώθηκε από τους συγγενείς
των σπαχήδων, παρατηρεί:
«Μη οι κάτοικοι του Μ.(Δυτικά) της Ζίτσης
χωρίου δεν προσεχώρησαν εις την κώμην ταύτην, μετά βίαιον θάνατον συγχωρίου
αυτών υπό του σπαχή;»
Τι λοιπόν
υποστηρίζει ο Λαμπρίδης; Ότι κάποιος
κάτοικος των Γραμμενιών σκoτώθηκε από τον σπαχή της περιοχής και επειδή οι
υπόλοιποι φοβήθηκαν, μετακόμισαν στην Ζίτσα. Πιθανά και με βάση την προηγούμενη
αφήγηση του ιστορικού, ότι συνέβη στο Δελβινάκι να είχε συμβεί και στους
Γραμμενιούς. Κάποιοι ή κάποιος κάτοικος δεν άντεξε στην καταπίεση του σπαχή της
περιοχής και τον σκότωσε. Μετά από αυτό όμως ήρθαν τα αντίποινα.
Ίσως η δολοφονία-τιμωρία ενός από τους
κατοίκους των Γραμμενιών. Οι υπόλοιποι φοβήθηκαν ότι τα πράγματα θα δυσκολέψουν
και αναγκάστηκαν να φύγουν από το χωριό.
Μάλιστα
αναφέρεται και η πιθανή περίπτωση, ο φοροεισπράκτορας που σκότωσε τον κάτοικο
των Γραμμενιών και σκόρπισε τον φόβο στους υπόλοιπους, με αποτέλεσμα το χωριό
να διαλυθεί, ονομαζόταν Ζιούλης και ήταν προύχοντας της Πρωτόπαπας, και ο
οποίος ήταν πρώτα χριστιανός.
Υπάρχει Δε
και η σχετική ιστορία που λέει ότι στα τέλη του 17ου αιώνα αρνήθηκε
να επιτρέψει στην νύφη του να οδηγηθεί στο σπίτι του σπαχή του χωριού, μετά την
τελετή του γάμου. Φοβήθηκε όμως τις συνέπειες που θα είχε επειδή απαγόρευσε στη
νύφη του να ικανοποιήσει την κτηνώδη όρεξή του. Έτσι αποφάσισε να τον σκοτώσει.
Μετά από αυτό έφυγε στο Δέλβινο. Δεν άντεξε
όμως στις καταδιώξεις και ασπάστηκε τον ισλαμισμό. Η μοίρα του τον έφερε σπαχή
στους Γραμμενιούς, οπότε και συμβαίνει η ιστορία που σας αναφέραμε πιο πάνω, με
την παρατήρηση ότι ο Λαμπρίδης δεν μνημονεύει την χρονολογία διεξαγωγής του συμβάντος,
όπως κάνει στην περίπτωση του Παρακαλάμου.
Μια ακόμη
εικασία. Μια ακόμη ιστορία.
Ωστόσο, για να επανέλθουμε, ο Λαμπρίδης λέει
ότι οι γραμμενιάτες μετακόμισαν όλοι στην Ζίτσα και δεν κάνει καμία
αναφορά για Γραμμενοχώρια ή για δημιουργία νέου οικισμού. Του Λιθίνου δηλαδή.
|